Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

O ΡΟΛΟΣ ΤΟY ΠΑΤΕΡΑ ΣΤHΝ AΝΑΤΡΟΦH ΤΟY ΠΑΙΔΙΟY (Δ. Νατσιός)

O ΡΟΛΟΣ ΤΟY ΠΑΤΕΡΑ ΣΤHΝ AΝΑΤΡΟΦH ΤΟY ΠΑΙΔΙΟY (Δ. Νατσιός)
«Τὰ παιδιά μας πνίγονται, τὰ φυλακίσαμε στὸ κλουβὶ τῆς τεχνοκρατούμενης ἐποχῆς μας. Τὸ σχολεῖο, τὰ φροντιστήρια, τὰ ἀθλήματα, ἡ μουσική, τὰ μπαλέτα, τὰ ἰδιαίτερα καὶ ἡ τηλεόραση, δὲν ἀφήνουν παρὰ μόλις λίγο χρόνο γιὰ νὰ τὰ φιλήσουμε καὶ νὰ ποῦν “καληνύχτα”».
Ἀνήκω σὲ μιὰ γενιά, ποὺ ἴσως εἶναι ἡ τελευταία ποὺ πρόλαβε νὰ γευτεῖ, νὰ νιώσει, νὰ βιώσει τὴν βαριὰ σκιὰ τοῦ πατέρα στὸ σπίτι. Μεγάλωσα σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ τὴν χαρακτήριζε -ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ τὸ ἀδόκιμο τῆς φράσης ἡ εὐλογημένη ἔλλειψη κάποιων ἀγαθῶν, ποὺ σήμερα ὑπερεκχειλίζουν στὰ σπίτια μας. Μίλησα γιὰ ἔλλειψη ἀγαθῶν, γιὰ τὴν «ἔντιμον πτωχείαν» τοῦ καθ’ ἡμᾶς Παπαδιαμάντη. Δὲν ἔλειπε ὅμως τὸ ὄντως ἀγαθόν, καὶ χρησιμοποιῶ τὸν ὄρο μὲ τὴν ἀρχαιοελληνική του σημασία, ποὺ σημαίνει τὸ καλό, τὸ χρηστό, τὸ ἐνάρετο. Τὸ καλὸ αὐτό, τὸ ἐξεικόνιζε ὁ πατρικὸς λόγος, προσταγὴ καὶ εὐχὴ συνάμα, «πρόσεξε, ὅταν μεγαλώσεις νὰ γίνεις χρήσιμος ἄνθρωπος στὴν κοινωνία». Πόσο βαθιὰ σοφία ἀνέδιδε ἡ φαινομενικῶς ἁπλοϊκὴ αὐτὴ φράση, σοφία ποὺ πήγαζε καὶ ἀπὸ βίον ἐνάρετο, διότι, ὅπως μᾶς κανοναρχεῖ ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος δάσκαλος τοῦ πατέρα, ὁ Πλούταρχος: «οὐ γὰρ ὁ λόγος τοσοῦτον, ὅσον ὁ βίος εἰς τὴν ἀρετὴν ἄγει». Βαριά, καταλυτικὴ ἡ παρουσία τοῦ πατέρα στὸ σπίτι, ἀνακούφιζε τὴν δύσμοιρη μάνα, ποὺ ἀνεχόταν, βάσταζε τὰ βάρη, τὴν βάσανο καὶ τὴν τυραννία τῆς τροφῆς καὶ ἀνατροφῆς μας.
Ὑπῆρχε ὁμολογῶ μιὰ ἀπόσταση τότε τοῦ παιδιοῦ ἀπὸ τὸν πατέρα, μιὰ ἀκριβῶς πατρικὴ ἀπόσταση, ἤθελε νὰ τὸν βλέπουμε σὰν πατέρα, δὲν ἀπέφευγε τὴν πατρικὴ εὐθύνη. Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας καὶ θὰ ὑπενθυμίσω αὐτὸ ποὺ σημειώνει ἕνας σύγχρονος παιδαγωγός, ἀναφερόμενος στὴν ἀλλοίωση-ἔκπτωση, ποὺ παρατηρεῖται σήμερα στὸν πατρικὸ ρόλο. Ὁ γονέας, σημειώνει, ποὺ λέει στὸ παιδί του «μὴ μὲ βλέπεις σὰν πατέρα, ἐγὼ θέλω νὰ εἶμαι φίλος σου», εἶναι ὁ ἴδιος ἕνα ἀνώριμο παιδί, ποὺ παραιτεῖται ἀπὸ τὴν πατρική του εὐθύνη καὶ δημιουργεῖ στὸ παιδί του αἴσθημα ἀνασφάλειας, ποὺ θὰ φτάσει στὸν πανικό. Τὰ παιδιὰ θὰ βροῦν εὐκαιρίες στὴν ζωή τους ν’ ἀποκτήσουν φίλους, εἶναι ὅμως ἀμφίβολο, ἂν θὰ βροῦν κάποιον ἄλλον πατέρα, ὅταν, οὔτε ὁ πατέρας τους δὲν θέλει νὰ εἶναι πατέρας τους καὶ τοὺς ζητάει νὰ μὴν περιμένουν τίποτε πιὸ πολὺ ἀπ’ αὐτόν, ἀπ’ ὅ,τι θὰ περίμεναν ἀπὸ κάποιον φίλο. Θὰ μπορούσαμε νὰ προσθέσουμε πὼς ἡ ὀρθὴ καὶ σωστὴ ἱεράρχηση τοῦ γονικοῦ ρόλου, ἀπαιτεῖ πρῶτα νὰ εἶσαι πατέρας καὶ γονιὸς καὶ ἔπειτα φίλος. Καὶ νὰ προσεχθεῖ αὐτό, μιλάω γιὰ ἱεραρχία καὶ ὄχι γιὰ κυριαρχία. Ἡ ἱεραρχία προϋποθέτει ἀλληλοσεβασμὸ καὶ ὑπευθυνότητα, ἡ κυριαρχία ἐμπεριέχει αὐταρχισμὸ καὶ σκληρότητα.
Τὶς παλαιότερες ἐκεῖνες ἐποχὲς ἦταν ὄντως «διακριτοὶ οἱ ρόλοι» στὴν ἑλληνικὴ οἰκογένεια, δὲν εἶχε ἀκόμη εἰσαχθεῖ τὸ μικρόβιο τῆς ξενοήθειας, τῆς ἀλόγιστης μίμησης ξένων πρὸς τὴν παράδοσή μας προτύπων. Τὶς δεκαετίες ποὺ παρῆλθαν συνέβη μιὰ ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου ζωῆς μας, τοῦ πολιτισμοῦ μας ἐν γένει. Καὶ ὁ πολιτισμὸς ἀλλάζει, ὅταν μεταβάλλονται, ὄχι ἰδέες ἢ ἀξίες, ἀλλὰ οἱ ἀνθρώπινες ἀνάγκες. Ἀκριβέστερα: ἡ ἱεράρχηση τῶν ἀναγκῶν. Θαμπωμένοι ἀπὸ τὸν παρασιτικὸ καταναλωτισμὸ καὶ τὴν ὑλικὴ εὐημερία τῆς Δύσης, ὑψώσαμε ὡς ἐθνικὸ ἰδεῶδες, ὡς ὑπέρτατη ἀνάγκη, τὴν ἀντιγραφὴ-βίωση αὐτῆς τῆς εὐζωίας, μὲ συνέπεια τὴν σημερινὴ πνευματικὴ παρακμή, τὸν σεφέρειο πνευματικὸ νεοπλουτισμό. Καὶ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε σήμερα κρίση τοῦ οἰκογενειακοῦ θεσμοῦ εἶναι ἀντανάκλαση μιᾶς γενικότερης κοινωνικῆς παρακμῆς ἢ καὶ τὸ ἀντίστροφο.
Οὐδέποτε ὑπῆρχαν στὸν τόπο μας τόσοι ἐγγράμματοι καὶ τέτοια φτώχεια πνευματική. Σήμερα ἔχουμε θεοποιήσει τὸν διπλωματοῦχο τεχνοκράτη καὶ λησμονήσαμε πὼς κάθε κοινωνία, ποὺ θέλει νὰ προκόψει, ἔχει πρῶτα ἀνάγκη χαρακτήρων (χρήσιμων ἀνθρώπων) καὶ κατόπιν τεχνοκρατῶν. Καὶ ὁμιλῶ γιὰ τὴν τεχνική, τὴν ἐπιστήμη ἐκείνη, ποὺ χωριζόμενη ἀρετῆς, καὶ στερούμενη ἠθικοῦ στόχου, γίνεται αὐτοσκοπὸς καὶ ποὺ ἐπιτρέπει μὲν νὰ πᾶμε στ’ ἀστέρια, ἀνέχεται δὲ ἑκατομμύρια νὰ λιμοκτονοῦν καὶ νὰ θερίζονται ἀπὸ μεσαιωνικὰ νοσήματα. Μιλήσαμε πρὶν γιὰ κρίση τῆς οἰκογένειας καὶ μιὰ καὶ τὸ θέμα μας εἶναι ὁ ρόλος τοῦ πατέρα στὴν διαπαιδαγώγηση τοῦ παιδιοῦ, ὀφείλουμε, ἐντίμως καὶ εὐθαρσῶς, νὰ παραδεχτοῦμε πώς, κατὰ τὴν ταπεινή μου γνώμη, ὑπεύθυνος γιὰ τὴν σημερινὴ ἀλλοτρίωση καὶ ἀστοχία τοῦ οἰκογενειακοῦ θεσμοῦ εἶναι κυρίως ὁ πατέρας. Καὶ αὐτὸ γιατί ἡ μάνα διατηρεῖ ἢ μᾶλλον διέπεται ἡ σχέση της πρὸς τὸ παιδί, ἀπὸ αὐτὴν τὴν, γλυκοθώρητη καὶ συγκινητικὴ σὲ ὅλους μας εὐαισθησία, τὴν διακρίνει, σ’ ὅλους τοὺς τόπους καὶ τοὺς χρόνους, τὸ εὐμετάβλητον καὶ εὐπροσήγορον τοῦ χαρακτήρα, τὸ ὁποῖο μετουσιώνεται σὲ μιὰν μανικὴ ἀγαπὴ πρὸς τὸ παιδί, μιὰν ἀγάπη πού, γιὰ νὰ δανειστῶ μιὰ εὐαγγελικὴ ρήση, «καὶ αἱ πύλαι τοῦ ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Ἄρα, δεχόμενοι τὸ ἀξίωμα αὐτὸ τῆς αἰώνιας μάνας, ὀφείλουμε νὰ στραφοῦμε στὸν πατέρα καὶ νὰ μιλήσουμε γιὰ κρίση τοῦ πατρικοῦ ρόλου.
Ἡ δυσαρμονία τῆς σχέσης καὶ ἡ ἔλλειψη διαύλων ἐπικοινωνίας, ποὺ ἐντοπίζονται σήμερα, κυρίως κατὰ τὴν ἀνυπότακτη ἐφηβεία, μεταξὺ πατέρα καὶ παιδιοῦ εἶναι ἀπότοκα τῆς διάχυσης τῆς πατρότητας σὲ πολλαπλοὺς ρόλους, ὅπως αὐτοῦ τοῦ ἐπαγγελματία, τοῦ ἐπιζητοῦντος καριέρα καὶ οἰκονομικὴ ἐπιφάνεια, ὁ ὁποῖος εἰς ἀντιστάθμιση καὶ ἀναπλήρωση τῆς πατρικῆς του ἀνεπάρκειας, προσφέρει στὸ παιδί του ἕνα εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ του, ποὺ μετασκευάζεται σὲ παροχὴ πληθώρας ἀγαθῶν. Καὶ δὲν μιλῶ γιὰ ἀπουσία ἀγάπης, ἀλλὰ γιὰ μιὰ νοσηρὴ ἔκφραση ἀγάπης, γιὰ ἔλλειψη ἐπικοινωνίας. Ὅπως σημειώνει ὁ τροπαιοῦχος νομπελίστας μας, ὁ Σεφέρης «ἐκεῖνο ποὺ κάνει τὶς σχέσεις μοναδικὲς εἶναι ἡ ἐπικοινωνία. Καὶ ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ ἐπικοινωνία τόσο κάνει τὸν ἄνθρωπο, ἀνθρώπινο».
Τὸ πρόβλημα λοιπὸν ἐπικεντρώνεται στὸ πῶς ἀγαπάει ὁ πατέρας τὸ παιδί. Σήμερα αὐτὴ ἡ ἀγάπη ἐκφράζεται συνήθως μὲ τὴν παροχὴ ὑλικῶν ἀγαθῶν, διασκεδάσεων καὶ μὲ τὶς λεγόμενες μορφωτικὲς εὐκαιρίες. Τὰ καλὰ σχολεῖα, ἡ πολλὴ τροφή, τὰ ροῦχα, τὰ πάμπολλα παιχνίδια, ἡ δική τους τηλεόραση ἢ ὁ προσωπικὸς ὑπολογιστής, ἀντικαθιστοῦν τὴν πατρικὴ ἀγάπη ἢ εἶναι μέσα καὶ τρόποι ἐξαγορᾶς αὐτῆς τῆς ἀγάπης. Ὅλα αὐτὰ ὅμως εἶναι ἔμμεσες ἐκδηλώσεις ἀγάπης, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὶς καταλάβουν τὰ παιδιά. Οἱ ἄμεσες μορφὲς ἀγάπης ἀπαιτοῦν χρόνο, ἑκούσια ὑπομονή, ὁ πατέρας νὰ ἀφιερώνει χρόνο ἱκανὸ στὸ παιδί του, νὰ μιλάει, νὰ παίζει, νὰ ἀστειεύεται, νὰ ἐργάζεται μαζί του, νὰ τὸ ἐνθαρρύνει μὲ τὴν παρουσία του. Παρενθετικὰ θέλω νὰ σημειώσω τὸ ἑξῆς: Ὡς ἐκπαιδευτικὸς ποτὲ δὲν ἄκουσα μαθητὴ –καὶ τὸ λέω μὲ παράπονο– νὰ μεταφέρει στὴν τάξη ἐξωσχολικὲς ἐμπειρίες καὶ γνώσεις, χωρὶς νὰ ἀρχίζει τὸν λόγο του μὲ τὴν στερεότυπη πλέον φράση «Κύριε, εἶδα στὴν τηλεόραση». Οὐδέποτε –καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ ἀνησυχητικό– ἄκουσα νὰ λέει «Κύριε, μοῦ εἶπε ὁ μπαμπάς μου». Πρόσφατα ἡ ἐφημερίδα «Τὸ Βῆμα» σὲ ἔρευνά της διαπίστωσε πὼς μόνον ἕνας στοὺς ἕξι μαθητὲς στὴν Ἑλλάδα βοηθιέται στὰ μαθήματα ἀπὸ τὸν πατέρα του. Ἀλλὰ σήμερα –κι αὐτὸ πρέπει νὰ τονισθεῖ ὡς ἕνα ἄλλο πυορρέον τραῦμα τῆς περὶ πολλὰ τυρβαζομένης ἐποχῆς μας– καὶ νὰ θέλει ὁ γονέας, ὁ πατέρας, νὰ δείξει τὴν ἀγάπη του στὸ παιδί, δὲν βρίσκει εὐκαιρία. Τὰ παιδιά μας πνίγονται, τὰ φυλακίσαμε στὸ κλουβὶ τῆς τεχνοκρατούμενης ἐποχῆς μας. Τὸ σχολεῖο, τὰ φροντιστήρια, τὰ ἀθλήματα, ἡ μουσική, τὰ μπαλέτα, τὰ ἰδιαίτερα καὶ ἡ τηλεόραση, δὲν ἀφήνουν παρὰ μόλις λίγο χρόνο γιὰ νὰ τὰ φιλήσουμε καὶ νὰ ποῦν «καληνύχτα».
Θὰ ἤθελα στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ προσθέσω κάτι. Τὰ παιδιά μας δὲν τὰ δημιουργήσαμε, δὲν μᾶς τὰ χάρισε ὁ Θεός, γιὰ νὰ μᾶς ἱκανοποιοῦν ἐγωϊστικά. Δὲν εἶναι τὰ παιδιά μας γιὰ νὰ ἐφαρμόζουμε πάνω τους δικές μας ἐπιθυμίες ἢ νὰ παίρνουμε ἐμεῖς ναρκισσιστικές, ἐγωϊστικὲς ἱκανοποιήσεις ἀπ’ αὐτά. Τὸ νὰ τὰ καταπιέζουμε μὲ πολλαπλὲς δραστηριότητες, εἰς βάρος, πολλὲς φορές, τῆς εὔθραυστης ψυχικῆς τους ὑγείας, φανερώνει δική μας χαμηλὴ αὐτοεκτίμηση καὶ ματαιοδοξία, ποὺ ἐπιζητεῖ κοινωνικὴ ἄνοδο καὶ ἀναγνώριση μέσῳ τῶν παιδιῶν μας. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι λίγοι αὐτοὶ ποὺ μιλοῦν γιὰ τὸ «τέλος τῆς ἀθωότητας». Ἡ βασιλικὴ ὁδὸς γιὰ τὴν πνευματικὴ θωράκιση καὶ διαπαιδαγώγηση τοῦ παιδιοῦ εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ –ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἄγονης συντήρησης– στὴν παράδοση τοῦ Γένους μας! Τὸν τελευταῖο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ζηλέψει ὁ Ἕλληνας πατέρας εἶναι τὸν Ἀμερικάνο ἢ Δυτικοευρωπαῖο πατέρα ποὺ παραδέρνεται σήμερα στοὺς σκοπέλους τοῦ μηδενισμοῦ καὶ τοῦ ἀτομικισμοῦ. Ὁ Γερμανὸς φιλόσοφος Οὔλριχ Μπέκ, σὲ πρόσφατο βιβλίο του, μιλᾶ γιὰ καρικατούρα τοῦ πατέρα στὴν Δύση, ποὺ ὁδήγησε στὴν ἔξαρση τῶν ναρκωτικῶν, στὴν ἐφηβικὴ ἐγκληματικότητα, στὴν ἀνία, στὴν ἀθεΐα, τὸν κορεσμό, στὴν ἀνικανότητα ἀγάπης καὶ ἀνθρώπινης σχέσης μὲ τὸν Ἄλλον.
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το "κάτι" που μένει...