Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Καμπαρντίνα - Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Κι αυτό! Ούτε ξέρω πόσες φορές το άκουσα απόψε!

Καμπαρντίνα - Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Μόνο η βροχή ξέρει, μόνο η βροχή κλαίει, μ' ένα τραγούδι, μισ' (ό)!

H ΟΜΑΔΑ OLA ART 2 !! TIMA TOYΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ!!!


H ΟΜΑΔΑ OLA ART 2 !! TIMA TOYΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ!!
ΤΡΙΑ ΥΠΕΡΟΧΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΕΞΑΙΡΕΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ!! ΤΟΥΣ ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ!! ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ!! ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕΙΜΑΡΟΓΛΟΥ!! ΜΕ ΤΟΝ ΥΠΕΡΟΧΟ ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ ΕΞΑΙΡΕΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ!!

Νάνος Βαλαωρίτης
20 Απριλίου ·

Ουρανός χρώμα βανίλιας

Το Νόημα της Ζωής (Γιατί Ζω)

Με βεβαιώνουν πως
θα μου μάθουν
το νόημα της ζωής
σε πέντε εύκολα
μαθήματα
με βεβαιώνουν οι κ.κ.
καθηγητές ότι ζω για να
μου μαθαίνουν ότι ζω
οι φιλόσοφοι ότι ζω
για να σκέπτομαι ότι ζω
οι παπάδες ότι ζω
χάρις στο Θεό τους
οι γυναίκες ότι ζω
γι' αυτές και μόνο
οι μητέρες ότι δεν
ντρέπομαι που ζω
γιατί τις ξεχνώ
οι φανατικοί όλων
των ειδών ότι ζω
για να θυσιαστώ
και τελικά οι βιολόγοι
ότι ζω για να πεθάνω
οι γιατροί με βεβαιώνουν
ότι ζούμε χάρις σ' αυτούς
αναστημένοι απ' τους νεκρούς
........................................................................................................................
Γιάννης Τσίγκρας
12 Δεκεμβρίου 2013 ·

ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΝ ΤΗΝ ΤΣΟΥΛΗΘΡΑ

Οι λέξεις οξειδώνονται
Στη χρήση των αιώνων
Περνώντας από ρερυπωμένα στόματα
Ακουμπώντας σε νεκρές ψυχές
Ραγισμένες όπως τα πεσμένα φύλλα.
Αν βρείτε κάποια απ'αυτές
Μη της μιλήσετε-
Ξεπλύνετέ την μόνο
Με κρασί και νερό
Κι αφήστε τη να συνεχίσει
Το ταξίδι που επέλεξε.
Υπάρχουν, βέβαια, και άλλες λέξεις
Που μένουν άφθαρτες
Όπως τα λείψανα των αγίων.
Λίγες πάντως είναι όσες
Περνούν σε συχνότητες
Που συλλαμβάνουν μονάχα
Οι ονειροπόλοι.
Τις πιάνουν τότε εκείνοι
Ανεπαίσθητα
Από το χέρι.
Και σεργιανούν μαζί
Στα σοκκάκια
Των ποιημάτων.
Ψάχνουν την κοντινότερη
Παιδική χαρά
Να παίξουνε παρέα
Την τσουλήθρα.
........................................................................................................................
Κ. Μεϊμάρογλου 12/07/2014

ΦΩΣ
Άσπρη δαντέλα με καρφωμένα δάκρυα
πετράδια,
στο σώμα το απάτριδο της γιορτής, φως
δέρμα στιλπνό κι άσκαφτο
της αγάπης χώμα καρπερό
λούσου τ' αρώματα
πριν φύγεις στο λευκό, φως
λαχούρι στο λαιμό
το γυμνό
της λευκής νύχτας της αξημέρωτης
κλέψε ένα φιλί
το μοναδικό ένα,
της προδοσίας κόκκινο
σημάδι πως αγαπήθηκες
σαν τρις σ' αρνήθηκαν
πετώντας μέσα από χρώματα,
με μάνα το λευκό, γεννάς
στο ατελεύτητο ταξίδι
των αποχρώσεων
φως
μια ελπίδα σε κάθε ζωγράφο
Κ. Μεϊμάρογλου 12/07/2014

Ευχαριστω του πολυαγαπημενους μου φιλους και εξαιρετους δημιουργους Νάνος Βαλαωρίτης (Nanos Valaoritis) Γιάννης Τσίγκρας Konstantinos Meimaroglou Stefanakhs Stefanos για την μεγαλη προσφορα τους στην ομαδα μου αλλα και στο χωρο της τεχνης!!

(επιλογη δημιουργων και των δημιουργιων τους mairy moyratoglou)

πινακας Stefanakhs Stefanos
by Stefanakhs Stefanos art
· · Κοινοποιήστε · 3 Οκτωβρίου

Μιλάμε για ΠΟΙΗΣΗ, Γιάννη Τσίγκρα!

ΚΙ Η ΝΥΧΤΑ
Κι η νύχτα είναι τόσο ωραία απόψε,
σαν τους αγνώστους που σου ανοίγουνε την πόρτα
και,σηκώνοντας τη λάμπα,
λένε "περάστε".
 
ΓΡΑΦΩ ΓΙΑ ΝΑ ΝΙΩΘΩ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΜΟΝΟΣ
Ανάμεσα απ' τα δάχτυλά μου, περνούν παλιές ιστορίες κι ονόματα,
κάποτε έβρισκα πως μ' αφορούσαν, τώρα βαραίνουν
όσον η πέτρα στο λαιμό του αυτόχειρα,
όσο τα όνειρα χωρίς όνομα κι οι άδειοι σταθμοί των τρένων,
γράφω λοιπόν για να νιώθω λιγότερο μόνος, κι εκείνο το φεγγάρι,
α, το φεγγάρι που έλαμπε σαν το θάνατο,
μπροστά στα μάτια των καταδίκων,έχει πάρει το χαλκοπράσινο χρώμα
παλαιών λειψανοθηκών, γράφουν απέξω,
με αβέβαιη ορθογραφία, αφορισμούς
κι ο Μορίς Λεμπλάν τελείωσε,στο καφέ,
την κουβέντα του με τον Αρσέν Λουπέν,
"φίλε δε μπορείς να τη γλιτώνεις πάντα,
αυτή τη φορά θα σε παραδώσω,κουράστηκα",
το ξέρω, θα μου πείτε, είναι η συνέχεια μιας παλιάς σιωπής,
διαβάζαμε τη Μάσκα, στο φως του στύλου κι ο Σκορδάς
φώναζε από απέναντι,"γαμωτοκέρατό σας, αφήστε μας να κοιμηθούμε".
Σας είπα, παλιές ιστορίες κι ονόματα που δεν μιλούν πια.
  • ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΖΟΝΙΑ
    Κι η έμπνευση,
    αυτό το κογιότ που έρχεται από την Πλειστόκαινο
    με σημαία του το "εγώ"
    να χρεωθεί παρακαλώ πρώτα στους επαναστάτες ποιητές-
    ας ακολουθήσουν οι άλλοι με τ'ασημένια φύλλα και τ'αηδόνια,
    μια διακόσμηση
    Τί,στο μπιπ, εκ του μηδενός, δημιουργούμε;
    Ούτε καν έναν ασπρόμαυρο έρωτα,το ψαλίδι
    στο δεξί χέρι,κοπτοράπτες
    κι όμως, γεμίσαμε τον τόπο, όπως τα τριζόνια ένα δάσος.
     
    ΕΓΩ ΔΕ ΜΙΛΩ Μ' ΕΝΑ ΚΟΥΚΟΥΛΙ
    Ο άγνωστος χ,ένα βράδυ, χτύπησε την πόρτα μου,
    του άνοιξα αμήχανος, "μη φοβάσαι" μου είπε
    "θα σε βοηθήσω να γράψεις το ποίημά σου, αρκεί
    να γνωριστούμε" μα εγώ τον ήξερα από παλιές εξισώσεις
    "ευχαριστώ"του απάντησα "μου είσαι οικείος αλλά
    είναι δύσκολο να συνδιαλεχθώ με μια μάσκα, μια σύμβαση
    ένα κουκούλι,εγώ έχω τα σίγουρα αστέρια μου
    και τις φωνές όσων δεν βλέπω".
    Χαμογέλασε και κάθισε,άνοιξε ένα μπλοκάκι
    και "δεν αμφιβάλλω" συνέχισε "αλλά πίσω απόλα αυτά
    βρίσκομαι εγώ
    κι εμένα δε με γνωρίζεις,λοιπόν τ'αστέρια σου δεν ξέρεις τί είναι
    και εκείνοι που μιλούν, κάτω στο δρόμο σου είναι άγνωστοι".
    Εξακολουθούσα να τον κοιτάζω αμήχανος"μα και σένα δε σε γνωρίζω
    κατ' ουσίαν"ψέλισσα "και ποιος σου είπε
    ότι αυτά που γράφεις προσεγγίζονται οντολογικά- το φαινόμενο
    είναι, μια απλή σκηνοθετική απόπειρα
    κι αυτή αποτυχημένη"
    και άρχισε πυρετωδώς να γράφει για λογαριασμό μου.
     
    ΤΑ ΗΜΙΤΕΛΗ
    Kι ύστερα άναψαν τα νυχτολούλουδα,έσκυψα πάνω τους,να συνεχίσω με τον πατέρα,σαν από αρχαία χωνιά φωνογράφων,εκείνη την παλιά κουβέντα για τον πόλεμο και τα ταξίδια
     
    ΕΝΑ ΣΑΛΙΩΜΕΝΟ ΜΟΛΥΒΙ
    Κάποια από τα ποιήματά μου, τα μάζεψα απ'τ' ανθισμένα
    κλωνάρια των αρμυρικιών, άλλα γύρω από μηρμυγκοφωλιές,
    μερικά άναψαν με το που τ' άγγιξα κι άλλα έμειναν σαν την κόρη
    των ρομαντικών, που έσερνε "μόνον φθινόπωρα και άνοιξην καμμίαν".
    Αγάπησα όσα κατευθύνθηκαν, σαν προσευχή,ενώπιόν Του,
    τα ποιήματα- εσπερινοί, μου δρόσισαν τα χέρια, όταν η Πούλια άνθιζε
    κι έλεγα "θου Κύριε,φυλακήν τω στόματί μου, αλλά, στα δάκτυλά μου,
    άφησε
    αυτό το σαλιωμένο μολύβι, να γράφω παντού, στα έπιπλα και την καρδιά μου",
    ο Κέρουακ έγραψε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, σ' ένα ρολό χαρτιού υγείας,
    εγώ,μαζεύω ποιήματα απ' τις πολύχρωμες ομπρέλες, την ώρα
    που περνάει ένα ταξί και κλείνουν άδοξα,τινάζονται, σαν τους καρπούς
    της ιπποκαστανέας, στη μύτη των διαβατών, προσφέροντας την
    αίσθηση ότι τα βουνά ταξιδεύουν,περνούν απ' το ένα όνειρο στο άλλο,
    έτσι όπως γίνεται με τα διηγήματα του Μάριου Χάκκα,ο μισοσαστισμένος
    ήρωας μπερδεύει τις πόρτες των μικρών κειμένων,το θάνατο και τη ζωή.
     
    Υγ. Τι να πρωτοκλέψω; Κλέβεται ο Γιάννης;  Στερεύει ο Γιάννης;
    Τον χαίρομαι που γράφει ασταμάτητα, τον καμαρώνω, του εύχομαι ΥΓΕΙΑ κ.λ.π. και η καθυστερημένη Δόξα, θέλοντας και μη, θα έρθει!
    Ήδη τρέχει και πολύ άργησε!