Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

"Η μάχη του Πέτα" - Ιστορία

Κι αυτή κρατούμενη!
"Η μάχη του Πέτα"

Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ

Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ


«Ζηλεύω το κάθε τι που η ομορφιά του είναι αθάνατη. Ζηλεύω την ομορφιά αυτού του πορτραίτου Γιατί να την κρατήσει αφού εγώ θα την χάσω ;Κάθε στιγμή που περνάει αρπάζει κάτι από μένα και τη δίνει σ αυτό. Ω να γινόταν αλλιώς Αν μπορούσε ν αλλάζει η εικόνα, κι εγώ νά'μαι πάντα ότι είμαι τώρα !Γιατί τη ζωγράφισες ; Κάποια μέρα θα με ειρωνεύεται, θα με ειρωνεύεται φρικτά.»

"Οscar Wilde"
Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ
Απόσπασμα

...

Ένα τέταρτο αργότερα και μέσα σε θυελλώδη χειροκροτήματα, η Σύμπιλ Βέιν ανέβηκε στη σκηνή. Ναι, ήταν πράγματι χάρμα οφθαλμών – ένα απ’ τα ωραιότερα πλάσματα που μπορεί να συναντήσει ο άνθρωπος στη ζωή του, σκεφτόταν ο λόρδος Χένρι. Είχε κάτι ελαφίσιο η συνεσταλμένη χάρη και τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια της. Ένα απαλό κοκκίνισμα, σαν τη σκιά ενός ρόδου σε ασημένιο καθρέφτη, απλώθηκε στα μάγουλα της όταν αντίκρισε την κατάμεστη αίθουσα με το ενθουσιώδες κοινό. Έκανε μερικά βήματα πίσω και τα χείλη της σαν να τρεμούλιασαν. Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ πετάχτηκε όρθιος και άρχισε να χειροκροτεί. Ασάλευτος, σαν μέσα σε όνειρο, ο Ντόριαν Γκρέι καθόταν και την κοιτούσε. Ο λόρδος Χένρι την παρατηρούσε με τα κιάλια του και μουρμούρισε: “Γοητευτική! Γοητευτικότατη!”.

Η σκηνη διαδραματιζοταν στη μεγαλη σαλα του μεγαρου του Καπουλετου και ο Ρωμαιος, ντυμενος προσκυνητης, ειχε μολις μπει μαζι με τον Μερκουτιο και τους αλλους φιλους του. Η ορχηστρα – ο Θεος να την κανει ορχηστρα – επαιξε μερικα μετρα και αρχισε ο χορος.

Αναμεσα στο συρφετο των αγαρμπων, κακοντυμενων ηθοποιων, η Συμπιλ Βειν κινιοταν σαν πλασμα απο εναν ανωτερο κοσμο. Χορευε απαλα και το κορμι της λικνιζοταν οπως σαλευει ενα φυτο μες το νερο. Η καμπυλη του λαιμου της ηταν η καμπυλη ενος λευκου κρινου. Τα χερια της εμοιαζαν καμωμενα απο δροσατο ελεφαντοδοντο.

Κι ομως ηταν περιεργα απαθης. Δεν εδειξε κανενα σημαδι χαρας οταν τα ματια της σταθηκαν στον Ρωμαιο. Τα λιγα λογια που ειχε να πει:

-Καλε προσκυνητη, αδικεις τα χερια σου, που δειχνουνε σεμνα το σεβασμο τους. Τα χερια των πιστων το χερι αγγιζουνε του αγιου, κι ειν’ ασπασμος το σμιξιμο τους.

οπως και τον συντομο διαλογο που ακολουθει τα ειπε με τροπο εντελως ψευτικο. Η φωνη της ηταν εξαισια, αλλα απο αποψη τονου ολωσδιολου λαθεμενη. Ο χρωματισμος της ηταν απαραδεκτος. Αφαιρουσε απο τους στιχους ολη τη ζωντανια. Εκανε το παθος αφυσικο.

Ο Ντοριαν Γκρει χλωμιασε καθως την παρακολουθουσε. Ειχε σαστισει κι ηταν ανησυχος. Κανεις απο τους φιλους του σεν τολμησε να πει κατι. Τους φαινοταν εντελως αταλαντη. Ειχαν απογοητευτει τρομερα.

Ωστοσο, ηξεραν οτι η σκηνη οπου κρινεται μια Ιουλιετα ειανι η σκηνη του μπαλκονιου στη δευτερη πραξη. Και την περιμεναν. Αν το κοριτσι αποτυχαινε και εκει, τοτε δεν θ’αξιζε τιποτε.

Ηταν πολυ γοητευτικη οταν εμφανιστηκε κατω απ’το φεγγαροφωτο. Αυτο κανεις δεν θα μπορουσε να το αρνηθει. Αλλα το παιξιμο της ηταν ανυποφορο και οσο συνεχιζε χειροτερευε. Οι κινησεις της εγιναν γελοια αφυσικες. Τονιζε υπερβολικα το καθετι που ειχε να πει. Το ωραιο κομματι:

-Ξερεις που η μασκα της νυχτος κρυβει το προσωπο μου, αλλιως το χρωμα της ντροπης θα ‘βλεπες να μου βαφει την οψη, γι’αυτα που ακουσες αποψε να προφερω.

το απηγγειλε με την οδυνηρη ακριβεια μαθητριας που εμαθε απαγγελια απο εναν δευτερης σειρας καθηγητη ορθοφωνιας. Οταν εγειρε στο μπαλκονι και εφτασε σ’εκεινους τους θεσπεσιους στιχους:

-Μολο που ‘σαι η χαρα μου, τουτη τη σημερινη ενωση μας δεν τη χαιρομαι, ηρθε πολυ γοργα, πολυ μεμιας, πολυ αναπαντεχα, πολυ σαν μια αστραπη, που σβηνει πριν προλαβει να πει κανεις – αστραφτει - . καληνυχτα, αγαπημενε! Ισως το τρυφερο τουτο μπουμπουκι της αγαπης, στης ανοιξης τη ζωογονα ανασα να γινει ενα ομορφο λουλουδι ως να ιδωθουμε παλι.

ειπε τα λογια σαν να μην σημαιναν γι’αυτην απολυτως τιποτε. Δεν ηταν απο νευρικοτητα. Πραγματικα, οχι μονο δεν ηταν νευρικη, εδειχνε και ικανοποιημενη απο τον εαυτο της επιπλεον. Ηταν απλως κακιστη ηθοποιια. Αυτη η κοπελα ηταν ενα απολυτο φιασκο.

Ακομα και το αμορφωτο, λαικο κοινο της πλατειας και του εξωστη εχασε καθε ενδιαφερον για το εργο. Αρχισαν να κανουν φασαρια, να μιλανε δυνατα και να σφυριζουν. Ο εβραιος θεατρωνης, που στεκοταν ορθιος πισω απο τις θεσεις των επισημων, χτυπουσε τα ποδια του στο πατωμα και βλαστημουσε οργισμενος. Η μονη που εμενε αταραχη ηταν η ιδια η κοπελα.

Με το που τελειωσε η δευτερη πραξη, ξεσπασε θυελλα απο σφυριγματα και ο λορδος Χενρι σηκωθηκε απο την καρεκλα του και φορεσε το παλτο του. “Ειναι πολυ ομορφη, Ντοριαν” ειπε “αλλα δεν ειναι ηθοποιος. Παμε να φυγουμε”.

"Εγω θα μεινω να το δω ως το τελος” απαντησε ο νεος με σκληρη πικραμενη φωνη. “Λυπαμαι αφανταστα που σε εκανα να χασεις την βραδια σου αδικα Χαρι. Ζητω συγγνωμη κι απο τους δυο σας”.

“Αγαπητε μου Ντοριαν, εγω θα ελεγα οτι η δεσποινις Βειν ηταν αρρωστη αποψε” παρενεβη ο Χολγουορντ. “Θα ξαναρθουμε μιαν αλλη φορα”.

“Μακαρι να ηταν αρρωστη” απαντησε ο νεος. “ Μου φαινεται ομως οτι απλως ειναι αναισθητη και ψυχρη. Εχει αλλαξει εντελως. Χτες βραδυ ηταν μια μεγαλη καλλιτεχνιδα. Αποψε ειναι μονο μια κοινη, μετριοτατη θεατρινα”.

“ Μην μιλας ετσι για καποια που αγαπας , Ντοριαν. Ο ερωτας ειναι κατι πιο υπεροχο ακομα και απο την τεχνη”.

“Και τα δυο ειναι μορφες μιμησης” παρατηρησε ο λορδος Χενρι. “ Ας πηγαινουμε ομως Ντοριαν, δεν πρεπει να μεινεις αλλο εδω. Η κακη υποκριτικη ειναι βλαβερη για το ηθικο του ανθρωπου. Εξαλλου, δεν νομιζω οτι θα ηθελες η συζυγος σου να παιζει στο θεατρο. Τι σημασια εχει λοιπον αν παιζει την Ιουλιετα σαν ξυλινη κουκλα? Ειναι πολυ ομορφη, κι αν ξερει τοσο λιγα απο τη ζωη οσο κι απο την τεχνη του ηθοποιου, θα ειναι για σενα μια υπεροχη εμπειρια. Υπαρχουν μονο δυο ειδη ανθρωπων που ειναι αληθινα σαγηνευτικοι: οι ανθρωποι που ξερουν τα παντα κι οι ανθρωποι που δεν ξερουν απολυτως τιποτε. Για τον Θεο, καλο μου παιδι, μην παιρνεις αυτο το τραγικο υφος! Το μυστικο για να μενεις παντοτινα νεος ειναι να μην τρεφεις ποτε συναισθηματα που δεν σου ταιριαζουν. Ελα στη λεσχη μαζι με τον Μπαζιλ κι εμενα. Θα καπνισουμε τσιγαρα και θα πιουμε στην ομορφια της Σιμπιλ Βειν. Γιατι ειναι πανεμορφη. Τι περισσοτερο θελεις?”.

“ Φυγε Χαρι” φωναξε ο νεος. “Θελω να μεινω μονος. Μπαζιλ, πρεπει να φυγεις. Μα δεν καταλαβαινετε οτι εχει ραγισει η καρδια μου?” καυτα δακρυα ανεβηκαν στα ματια του και τα χειλη του αρχισαν να τρεμουν. Ορμησε στο πισω μερος του θεωρειου, ακουμπησε πανω στον τοιχο και εκρυψε το προσωπο του μεσα στα χερια του.

“Παμε Μπαζιλ” ειπε ο λορδος Χενρι με μια παραξενη τρυφεροτητα στη φωνη του και οι δυο νεοι αντρες εφυγαν μαζι.

Λιγα λεπτα αργοτερα αναψαν τα φωτα της ραμπας και σηκωθηκε η αυλαια για την τριτη πραξη. Ο Ντοριαν Γκρει επεστρεψε στη θεση του. Ηταν χλωμος, αγερωχος κι αδιαφορος. Το εργο σερνοταν και εμοιαζε ατελειωτο. Οι μισοι θεατες σηκωθηκαν κι εφυγαν πατωντας βαρια με τις χοντρες τους μποτες και γελωντας. Ολη η παρασταση ηταν ενα μεγαλο φιασκο. Η τελευταια πραξη παιχτηκε με τους παγκους της πλατειας σχεδον αδειους. Η αυλαια κατεβηκε μεσα σε χαχανα και σκορπια γρυλισματα αποδοκιμασιας.

...

Αυτός, Ο Ντ. Γκρέϋ, έχει γίνει η τέχνη μου τώρα, είπε ο ζωγράφος Μπαζίλ σοβαρά. -Πότε πότε σκέφτομαι, πως πρέπει μονάχα δύο να είναι οι σταθμοί που έχουν κάποια σημασία στην ιστορία του κόσμου.
Ο πρώτος είναι όταν εμφανίζεται κάποιο νέο μέσον για την τέχνη. Ο δεύτερος όταν ανακαλύπτεται μια νέα προσωπικότητα για την τέχνη επίσης.
Ότι ήταν η ανακάλυψη της λαδομπογιάς για τους Βενετούς, το πρόσωπο του Αντίνου για τους Έλληνες γλύπτες, κάποια μέρα το πρόσωπο του Ντόριαν Γκρέϋ θα είναι και για μένα!
Δεν τον ζωγραφίζω απλά και τελείωσε. Είναι κάτι περισσότερο από μοντέλο για μένα! Δεν μπορώ να πω πως η τέχνη δεν μπορεί να αποδώσει τέτοια μεγάλη ομορφιά! Δεν υπάρχει τίποτα που η τέχνη να μην μπορεί να να καθρεφτίσει!
Αλλά κατά κάποιο τρόπο - αναρωτιέμαι αν με καταλαβαίνεις- η προσωπικότητά του με έχει επηρεάσει στο σημείο που να μου αλλάξει το στύλ. Βλέπω και κρίνω διαφορετικά τα πράγματα τώρα. Μπορώ τώρα πια, να αναδημιουργήσω τη ζωή πάνω στο πανί με έναν άλλο τρόπο που δεν γνώριζα ως τώρα! Η απλή παρουσία αυτού του αγοριού,-είναι για μένα άγγουρο αγόρι κι ας έχει περάσει τα 20,- η απλή ορατή παρουσία του! Με σεριανάει σε ένα καινούργιο μονοπάτι, που έχει σαν κλειδί την αρμονία της ψυχής και σώματος. ΈΡτσι νοιώθω μαζί όλο το πάθος του ρομαντισμού και όλη την τελειότητα του Ελληνισμού! Εμείς στην αιώνια πάλη μας χωρίσαμε την ψυχή από το σώμα και βάλαμε ένα ρεαλισμό χυδαίο, μια κενή ιδεολογία!

Η παράσταση ήταν αποτυχημένη, το κοινό εγκατέλειπε την αίθουσα δείχνοντας τη δυσαρέσκειά του. Μόλις τελείωσε, ο Ντ. Γκρέϋ έτρεξε πίσω από την σκηνή, στα καμαρίνια. Το κορίτσι, η Βέϊν, στεκόταν εκεί μόνο, με μια έκφραση θριάμου στο πρόσωπο. Τα μάτια της έκαιγαν με τρομερή φωτιά. Αχτινοβολούσε. Τα χωρισμένα χείλη της χαμογελούσαν για κάποιο δικό τους μυστικό.
Μόλις μπήκε τον κοίταξε και μιά έκφραση απεριόριστης χαράς καθρεφτίστηκε πάνω της. -Πόσο ασχημα έπαιξα απόψε, Ντόριαν! φώναξε.
-Φοβερά! απάντησε εκείνος κοιτάζοντάς την έκπληκτος, Φοβερά! Ήταν απαίσιο. Είσαι άρρωστη? Δεν έχεις ιδέα τι ήταν. Δεν έχεις ιδέα τι υπέφερα.
Το κορίτσι χαμογέλασε. -Ντόριαν, απάντησε τραγουδώντας τ'όνομά του με μια βαθιά γλυκιά φωνή, σν να'ταν γλυκύτερο από μέλι στα κόκκινα πέταλα των χειλιών της, -Ντόριαν, θα'πρεπε να'χεις καταλάβει. Αλλά τώρα καταλαβαίνεις, δεν είν' έτσι ?
-Τι να καταλάβω, ρώτησε θυμωμένος.
-Γιατί ήμουν τόσο άσχημη απόψε. Γιατί πάντα θα είμαι έτσι. Γιατί ποτέ μου δεν θα ξαναπαίξω όμορφα.
Ανασήκωσε τους Ώμους του. -Είσαι άρρωστη υποθέτω. Όταν είσαι άρρωστη δεν πρέπει να παίζεις. Γελοιοποιείσαι. Οι φίλοι μου βαρέθηκαν. Εγώ ο ίδιος βαρέθηκα.
Έμοιαζε να μην τον ακούει. Ήταν μεταμορφωμένη από χαρά.
-Ντόριαν,Ντόριαν, φώναξε, πρίν σε γνωρίσω το θέατρο ήταν η μόνη πραγματικότητα της ζωής μου. Μόνο στο θέατρο ζούσα. Πίστευα πως όλα ήταν αληθινά. Ήμουν η Ρόζαλιντ μια νύχτα, η Πόρσια μιαν άλλη. Η χαρά της Βεατρίκης ήταν χαρά μου και οι λύπες της Κορδελίας δικές μου επίσης! Τα ζωγραφιστά σκηνικά ήταν ο κόσμος μου. Δεν ήξερα τίποτα παρά σκιές. Ήρθες, ω υπέροχη αγάπη μου, κι ελευθέρωσες την ψυχή μου από την φυλακή. Μ'εμαθες τι είναι η πραγματικότητα. Απόψε για πρώτη φορά στην ζωή μου, είδα μέσα στην ψευτιά και την υποκρισία, την ηλιθιότητα και την κενότητα του έργου που έπεζα πάντα. Απόψε για πρώτη μου φορά συνειδητοποίησα πως ο Ρωμαίος ήταν απαίσιος και γέρος και μπογιατισμένος, πως το φεγγαρόφως στο μπαλκόνι ήταν ψεύτικο, πως το σκηνικό ήταν χυδαίο και πως οι λέξεις που είχα να πω ηταν αναληθείς, δεν ήταν οι λέξεις μου, δεν ήταν αυτό που ήθελα να πώ.
Με έφερες σε κάτι υψηλότερο. Κάτι του οποίου η τέχνη όλη δεν είναι παρά η αντανάκλαση. Αγάπη μου ! αγάπη μου! Ωραίε πρίγκηπα, Πρίγκηπα της ζωής! Βαρέθηκα τις σκιές. Τι μπορούν να ξέρουν αυτοί για μιαν αγάπη σαν την δική μας? Πάρε με Ντόριαν, Πάρε με μακρυά μαζί σου. Σηχαίνομαι την σκηνή!Μπορώ να μιμηθώ κάποιο πάθος που δεν νοιώθω, μα δεν μπορώ να μιμηθώ ότι με καίει σαν φωτιά!
Ο Ντόριαν αφέθηκε να πέσει σ'έναν καναπέ και γύρισε το πρόσωπό του μακρυά.
-Σκότωσες την αγάπη μου, της ψυθίρισε.
Τον κοίταξε με απορία και γέλεσε. Τον πλησίασε και με τα δάκτυλα του χάϊδεψε το κεφάλι. Γονάτισε και πίεσε τα χέρια του στα χείλη της. Αποτραβήχτηκε και μια ανατριχίλα τον διαπέρασε. Ύστερα σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. -Ναι, φώναξε, Σκότωσες την αγάπη μου. Ξεσήκωνες την φαντασία μου. Τώρα δεν παρακινείς ούτε την περιέργειά μου! Απλά δεν προκαλείς τίποτα. Σε αγάπησα γιατί ήσουν υπέροχη, γιατί είχες ταλέντο και πνεύμα, γιατί πραγματοποιούσες όνειρα μεγάλων ποιητών και έδινες σχήμα και υπόσταση στις σκιές της τέχνης. Τα πέταξες όλα μακρυά. Είσαι ρηχή και ηλίθια. Θεέ μου, πόσο τρελός ήμουν να σε αγαπήσω! Τι Ηλίθιος Δεν είσαι τίποτα τώρα για μένα. Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ, ποτέ δεν θα σε ξανασκεφτώ, ποτέ δεν θα αναφέρω το όνομά σου!! Πόσα λίγα πρέπει να ξέρεις από Αγάπη, όταν λες πως σου χαλάει την τέχνη! Χωρίς την τέχνη σου είσαι ένα Τίποτα, Μια θεατρίνα τρίτης ποιότητας με ένα όμορφο πρόσωπο!