Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Ρούσσης Κώστας του Φίλιππου Κουτσαφτή

Ρούσσης Κώστας

του Φίλιππου Κουτσαφτή

Θυμάμαι τον Κώστα Ρούσση τις Κυριακές τα πρωινά, που οι άντρες φορούσαν άσπρα πουκάμισα και μαζεύονταν στην πλατεία μετά τη λειτουργία της εκκλησίας. Ηταν κι αυτός εκεί, με μια φωτογραφική μηχανή με φυσούνα, περασμένη χιαστί στον ώμο του...
Η ιστορία δεν μνημονεύει ονομαστικά αυτούς που την κινούν...
ROUSIS-KOSTAS
Ηταν ένας από τους Φωτογράφους του χωριού μας, με δραστηριότητα κυρίως οτην τελευταία συνοικία, της Μεταμόρφωσης, καθώς και στο διπλανό χωριό, το Πουρί. Άσκησε αυτό το διακόνημα όχι από καλλιτεχνικά ή άλλα κίνητρα, αλλά για να βελτιώσει κάπως το ταπεινό του εισόδημα.
Άρχισε με ελάχιστα τεχνικά εφόδια, διέθετε όμως το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο εφόδιο κι αυτό ήταν η έμφυτη αγάπη του για τον άνθρωπο και την κοινότητα. Χρησιμοποίησε το φακό του σαν προέκταση της ευγένειας, της εντιμότητας και της αθωότητας του βλέμματος του και πολύ γρήγορα βρήκε τον τρόπο να εκφράζεται. Επιπλέον, αυτή του η ιδιότητα, του φωτογράφου, έδωσε και στον ίδιο μια νέα ταυτότητα.
Φωτογράφιζε μόνο κατόπιν παραγγελίας. Ο χώρος και το τοπίο βρίσκονται πάντα στο φόντο των εικόνων, ενώ στο πρώτο πλάνο μάς διαφύλαξε το σπουδαιότερο στοιχείο της κοινωνίας: τα ΠΡΟΣΩΠΑ. Χιλιάδες πρόσωπα, σε όλες τις ηλικίες και σε όλες τις δραστηριότητες, γίνονται οι πρωταγωνιστές αυτών των εικόνων.
Στις δεκαετίες του '50 και του '60 είχε συντελεστεί, ασφαλώς, ακόμα και στην Ελλάδα, η λεγόμενη βιομηχανική επανάσταση. Στα πεδινά εφαρμοζόταν η μηχανική καλλιέργεια, όπως για παράδειγμα στο γειτονικό μας θεσσαλικό κάμπο. Αλλά σε μας, επειδή απλώς βρισκόμαστε πίσω από το βουνό, (Ζαγορά, στα σλάβικα, σημαίνει «πίσω από το βουνό». Κι αυτή είναι μία από τις επικρατέστερες εκδοχές για την ονομασία του χωριού), όλα τα πράγματα έφθαναν με καθυστέρηση. Ετσι, εκείνα τα χρόνια ζούσαμε το τέλος του παλιού κόσμου (της λεγόμενης γεωργικής περιόδου), που αφού είχε διαρκέσει χιλιάδες χρόνια, τέλειωνε στις μέρες μας. Ζούσαμε στο μεταίχμιο της αλλαγής των δύο κόσμων κι αυτό ακριβώς είναι αποτυπωμένο στις εικόνες του Κώστα Ρούσση.
Κοίταξα πολλές φορές και συνεχίζω να κοιτάζω το αρχείο αυτών των σπάνιων φωτογραφιών του Κώστα Ρούσση. Και κάθε φορά αισθάνομαι συγκλονισμένος για τα τόσα πολλά επίπεδα ανάγνωσης, για τη δική του αισθητική πληρότητα, για την τόλμη και την ευγένεια του βλέμματος του, για τη δύναμη της μνήμης.
Μέσα από τις μοναδικές αυτές εικόνες, είδα τον εαυτό μου, τον αδελφό μου και τους συγγενείς, είδα όλη την κοινότητα, το πρόσωπο της μικρής μας κοινωνίας, να παλεύει σκληρά στα χωράφια με τα ζώα, να συμμετέχει στην ακολουθία του Επιταφίου και της Ανάστασης, να βρίσκεται στις γορτές που γίνονταν στα ξωκλήσια, να ανοίγει δρόμο στα χιόνια.
Τους είδα να κάθονται μπροστά στα άσπρα σεντόνια, κατ' ενώπιον, και να κοιτούν κατευθείαν το φακό, χωρίς ύφος, χωρίς επιτήδευση, με την ίδια απλότητα που και ο ίδιος ο φωτογράφος τούς προσέγγιζε. Και, μέσα σ' αυτή την ελάχιστη στιγμή του χρόνου, βλέπεις να περιέχεται ολόκληρη η ζωή τους.
Τα φιλμ αυτά, ως κομμάτι της ζωής του, ο Κώστας Ρούσσης τα διαφύλαξε και τον ακολούθησαν σ' όλες τις περιπέτειες του βίου του. Ωστόσο η υγρασία και οι ακατάλληλες συνθήκες επέφεραν σε κάποια μια ελαφρά ή πιο σοβαρή αλλοίωση, που ήρθε σαν τη θεά Τύχη, με τον αόρατο χρωστήρα της, να βάλει πάνω στις εικόνες, πάνω στα πρόσωπα, αλλού ένα σύννεφο, αλλού σκιές, αλλού φωτοστέφανα....
Ευχαριστούμε την Ευφροσύνη Δοξιάδη, που αγκάλισε σαν δικό της αυτό το έργο. Επίσης, ευχαριστούμε τη Δήμαρχο Ζαγοράς Αφροδίτη Μανίνη-Τσαπράζη, τον τ. Πρόεδρο της Κοινότητας Ζαγοράς Πατή Κουτσαφτή, τον Λάκη Λαζόπουλο και τον Όμιλο Επιχειρήσεων Μαρινόπουλου για την πολύτιμη συμβολή τους.
Και, πάνω απ' όλα, ευχαριστούμε τον Κώστα Ρούσση, που με τη δωρεά των οφθαλμών του διαφύλαξε σε εικόνες ένα μέρος από τα όνειρά μας.


της Ευφροσύνης Κ. Δοξιάδη
Μ' εκείνη τη μικρή μηχανή, εκείνο το σαραβαλάκι...

Με μιά φθηνή σχεδόν παιδική μηχανή στο χέρι, έγινε για είκοσι χρόνια ο αποκλειστικός φωτογράφος στους δύο από τους τέσσερις μαχαλάδες του χωριού, στη Σωτήρα και στον Άγιο Γεώργιο, καθώς και στο γειτονικό Πουρί, που εκείνη την εποχή το θεωρούσαν «τέρμα Θεού». Τότε τα μέρη αυτά ήταν απομονωμένα. Τόποι ορεινοί, μακριά από τον εύφορο κάμπο τα μεταφορικά μέσα περιορισμένα, οι ανέσεις ανύπαρκτες, η οικονομική κατάσταση δύσκολη.

rousis-3

Οι φωτογραφίες του Κώστα Ρούσση συγκροτούν δύο ενότητες. Η πρώτη περιλαμβάνει τις φωτογραφίες για ταυτότητα ή διαβατήριο σε άσπρο φόντο. Σ' αυτές τις φωτογραφίες υπάρχει ένα εύρημα του Κώστα Ρούσση μοναδικό εκτός από το μοντέλο, απεικονίζονται και οι σοβαροί, πρόθυμοι βοηθοί, καθώς βαστούν το σεντόνι που χρησιμεύει για φόντο. Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει ομαδικές σκηνές συλλογικής δουλειάς (όπως το χτίσιμο των σπιτιών,το μάζεμα των μήλων και της ελιάς), αλλά και οικογενειακά πορτρέτα, γλέντια τελετές, σχολικές και θρησκευτικές γιορτές, στην εκκλησία, Επιτάφιο και Ανάσταση και, βέβαια, φωτογραφίες που μαρτυρούν τη στενή συνύπαρξη ανθρώπων και ζώων, όλα τεκμήρια ενός τρόπου ζωής χαμένου πια για πάντα.
Ο Κώστας Ρούσσης ως τα τριάντα του χρόνια, τότε δηλαδή που άρχισε να φωτογραφίζει, δεν είχε πιάσει στα χέρια του φωτογραφική μηχανή. 'Αρχισε, με την αγνότητα παιδιού, να καταγράφει τη ζωή γύρω του.
Αποτύπωσε την καθημερινή δράση και διέσωσε την αλήθεια μιας εποχής κι ενός τόπου που συνεχίστηκε αναλλοίωτη από την αρχαιότητα ως την εποχή του, προτού χαθεί για πάντα. Μέσα από τις φωτογραφίες του βλέπουμε τη ζωή μιας συγκεκριμένης κοινωνίας στις δεκαετίες του '50 και του '60. Στις φωτογραφίες του έχει διασωθεί η ζωή μιας κοινωνίας όπου η δικαίωση των ανθρώπων έρχεται από τη σκληρή χειρωνακτική δουλειά και ο ανδρισμός εκφράζεται με τη μετατόπιση βράχων και το ξεχέρσωμα της γης. Ο άνθρωπος παλεύει με τα στοιχεία της φύσης για να κερδίσει το ψωμί του και να περπατά στο χωριό με το κεφάλι ψηλά. Στις γυναίκες η δικαίωση επιτυγχάνεται με τη μητρότητα, την ανατροφή των παιδιών, τη φροντίδα του συζύγου και των ηλικιωμένων, αλλά και με τη συμμετοχή τους στις αγροτικές εργασίες. Η προκοπή τους φαίνεται στο νοικοκυριό τους και στολίδια τους είναι η υπομονή και η σεμνότητα.

Τα άσπρα φόντα
Φωτογράφισε πολύ κόσμο ο Κώστας Ρούσσης, άντρες και γυναίκες, που τους έβαζε να καθίσουν μπροστά από ένα άσπρο σεντόνι, το οποίο κάποιος κρατούσε τεντωμένο, σαν φόντο, πίσω από το κεφάλι τους. Ήταν δύσκολο τότε να βρεθεί στη χτισμένη από γκρίζα πέτρα Ζαγορά άσπρος τοίχος στο ύπαιθρο, και ο πλανόδιος φωτογράφος χρησιμοποιούσε για στιγμιαία φόντα -όσο διαρκεί το κλικ της μηχανής- άσπρα σεντόνια.
Κάθε φορά ένας συγγενής ή ένας γείτονας, με σχεδόν ιερατικό τρόπο, βαστούσε το τεντωμένο πανί και διεκπεραίωνε τον τελετουργικό του ρόλο. Οι φωτογραφίες αυτές θυμίζουν ένα έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, όπου η Αγία Βερενίκη κρατάει το Ιερό Μανδήλιο, ένα άσπρο πανί με το κεφάλι του Χριστού ζωγραφισμένο πάνω τον.
Ο Κώστας Ρούσσης, χάρη στην καλλιτεχνική του ευαισθησία, είδε την ομορφιά της σκηνής και τη συμπεριέλαβε ολόκληρη στο καντράν της μηχανής του. Το ένστικτο του τον οδηγεί να αντιληφθεί την εικαστική σημασία του γεγονότος. Στα μάτια του το πορτρέτο του βοηθού είναι εξίσου σημαντικό με αυτό του μοντέλου.Έτσι, με την αφορμή μιας απλής φωτογραφίας για ταυτότητα, έχουμε διπλά πορτρέτα μοναδικής φρεσκάδας και φυσικότητας. Κι αυτά τα δευτερεύοντα πρόσωπα γίνονται μέρος του μικρού θαύματος της φωτογράφισης, λαμβάνουν μέρος στο μικρό έργο που στήνει ο Κώστας Ρούσσης.

rousis-4

Η ευθύτητά του και η έμφυτη οικολογική του συνείδηση είναι φανερές σε κάθε φωτογραφία, γιατί να σπαταληθεί μια φωτογραφική πλάκα για ένα μόνο πρόσωπο, ενώ χωρούν δύο; Η σκηνοθεσία που ο ίδιος είχε στήσει αποκαλύπτεται μέσα στην ίδια τη φωτογραφία κάθε φορά. Όμως στο φιλμ καταγράφεται και το παρασκήνιο, μήπως χρειαστεί για κάποια μελλοντική χρήση. Το τεκμήριο της πράξης της φωτογράφισης εμπεριέχεται στη φωτογραφία. Η έννοια της διατήρησης όχι μόνο του περιστασιακά ζητούμενου θέματος αλλά και της διαδικασίας της δημιουργίας του είναι από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις εικόνες του Κώστα Ρούσση. Ο φωτογράφος, με αφορμή ένα πρόσωπο, έχοντας αίσθηση της οικονομίας των υλικών αλλά και της κάθε στιγμής της ζωής μας, καταγράφει ένα ντοκουμέντο.
Οι στάσεις των σωμάτων, οι χειρονομίες, τα πανιά (άλλοτε εντελώς τεντωμένα και άλλοτε κρατημένα χαλαρά, ώστε η πάνω πλευρά τους να γίνεται καμπύλη), η όλη ατμόσφαιρα των φωτογραφιών του αυτών θυμίζουν έντονα σκηνές αρχαίας εικονογραφίας αλλά και σκηνές από τη ζωγραφική του Μόραλη, ιδιαίτερα την ενότητα έργων «Επιθαλάμια». Ορισμένες μοιάζουν συγκλονιστικά με τη «δεξίωση» στις αρχαίες ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες: δύο άνθρωποι χαιρετιούνται με το δεξί τους χέρι. Εδώ οι στάσεις των σωμάτων που δίνουν το χέρι λίγο διαφέρουν από τις δεξιώσεις. Στις φωτογραφίες αυτές του Κώστα Ρούσση, λοιπόν, όλα (το πρόσωπο που φωτογραφίζεται, το άσπρο πανί πίσω του και, ακόμα πιο πίσω, το άλλο πρόσωπο, που κρατά το πανί) έχουν λόγο ύπαρξης.

rousis-2
Όμως, χάρη στην ευαισθησία του καλλιτέχνη, τους προσδίδεται η ίδια βαρύτητα κι έχουν την ίδια αξία στη σοφή σύνθεση. Να προστεθεί εδώ πως η παρουσία του βοηθητικού προσώπου, του κομπάρσου, παρέχει στοιχεία για το κεντρικό πρόσωπο και αποτελεί το συμπλήρωμά του. Με απόλυτη φυσικότητα φωτογραφίζονται οι κομπάρσοι αυτοί, γιατί απλώς δεν γνωρίζουν πως ο φωτογράφος τούς συμπεριλαμβάνει στο θέμα του. Μια μητέρα κρυμμένη πίσω από το σεντόνι καμαρώνει το παιδάκι που φωτογραφίζεται. Μια γιαγιά κοιτά με ικανοποίηση το εγγόνι της. Μια γυναίκα το σύζυγο της.
Το απόλυτα σκέτο φόντο (σε αντίθεση με αυτές τις χαριτωμένες σκηνές του Ρούσση) στα πορτρέτα του Φαγιούμ και στις φωτογραφίες του Ρίτσαρντ Άβεντον απομονώνει και υμνεί τη μοναδικότητα του κάθε μοντέλου, του ανθρώπινου προσώπου ως ανεπανάληπτου γεγονότος.
Σ' αυτά καμιά περιττή πληροφορία δεν υπάρχει από χο περιβάλλον για να αποτρέψει ή να αποσπάσει την προσοχή του θεατή από το θέμα στο οποίο έχει εστιαστεί η προσοχή του φωτογράφου ή του ζωγράφου, αντίστοιχα. Στην περίπτωση του Άβεντον, το πρόσωπο και το σώμα μάς αποκαλύπτονται στη φωτογραφία κατά ένα συγκλονιστικό τρόπο. Η ατομικότητα του μοντέλου γίνεται καταπέλτης. Σε αντίθεση με αυτά τα αρχαία και σύγχρονα πορτρέτα, οι φωτογραφίες του Ρούσση απεικονίζουν ανθρώπους όχι απομονωμένους στην ψυχρή έρημο του πουθενά, αλλά κάποιους που, σαν σε παιχνίδι, μένουν απομονωμένοι από τους άλλους για δευτερόλεπτα. Την οδυνηρή απομόνωση που βίωσε ο ίδιος στην προσωπική του ζωή δεν θέλει να την επιβάλει σε κανέναν, ούτε καν στη λίγη ώρα που διαρκεί η φωτογράφιση.
Όταν, στην αρχή της δεκαετίες του '70, ο Κώστας Ρούσσης έπαψε να βγάζει φωτογραφίες, και ενώ ο ξάδελφος του έκαψε όλο το φωτογραφικό αρχείο του για να γίνει παπάς, εκείνος περιέσωσε το δικό του. Το φύλαξε ως κόρη οφθαλμού, προστατεύοντας τα αρνητικά μέσα σ' ένα μπαουλάκι. Το κουβαλούσε μαζί του για χρόνια στις σπηλιές και στα ερειπωμένα, ακατάλληλα για κατοίκηση σπίτια, όπου η μεγάλη του φτώχεια τον ανάγκαζε να ζει.
Αξιοποίησε και το τελευταίο εκατοστό από τα φιλμ που πέρασαν από τα χέρια του. Η μοναδικότητα του αρχείου αυτού δεν είναι άλλη από τη μοναδικότητα της ίδιας του της ζωής. Μέσα σε είκοσι χρόνια κατέγραψε στις φωτογραφίες του το ομαδικό πορτρέτο μιας μικρής κοινωνίας, με τον ίδιο τρόπο που ο Ουαλός Ντύλαν Τόμας έκανε στο "Κάτω απ' το Γαλατόδασος" το ποιητικό πορτρέτο ενός χωριού. Θα τον σκέφτομαι πάντα σαν μια μοναχική μορφή να δρασκελίζει βράχια, να ανεβοκατεβαίνει κάθε μέρα χιλιόμετρα απ' το χωριό ως τη θάλασσα, να κατοικεί σε σπηλιές και σ' ερείπια. Να περιπλανιέται στις κορυφές της Ζαγοράς, σαν άλλος Θεόφιλος, κρατώντας στην αγκαλιά του αυτή τη μικρή κιβωτό με όλα τα πρόσωπα των συγχωριανών του μέσα της.
επιμέλεια αφιερώματος: Γέρμανος Θανάσης


Πορτρέτα, «κομμάτια» ψυχών, από τον φωτογράφο Κώστα Ρούσση
Του Σπυρου Γιανναρα
εφμ. Καθημερινή 8-1-2011

Η ανακάλυψη, τα τελευταία χρόνια, μιας σειράς φωτογραφικών αρχείων «ερασιτεχνών» φωτογράφων μας αποκαλύπτει σταδιακά το πρόσωπο μιας ξεχασμένης, αλλά υπό ένα ορισμένο πρίσμα, επίκαιρης Ελλάδας. Στα συγκλονιστικά πορτρέτα (1910-1920) του Καστοριανού φωτογράφου Λεωνίδα Παπάζογλου, τις φωτογραφίες (1934-1964) του Πάνου Ηλιόπουλου από τα Φιλιατρά, του Παναγιώτη Φατσέα που φωτογράφισε στα Κύθηρα από το '14 ώς το '38 και του Γιώργου Γκοντούλα που τράβηξε στα Γρεβενά από το '27 ώς το '57 πρέπει να προστεθεί και το εξαιρετικό αρχείο του φωτογράφου της Ζαφοράς του Πηλίου, Κώστα Ρούσση (1950-1960), το οποίο περιήλθε σχετικά πρόσφατα στα χέρια του συγγενή του, κινηματογραφιστή Φίλιππου Κουτσαφτή.

rousis-1

Με δανεική μηχανή
Ο Ρούσσης ξεκίνησε να φωτογραφίζει με τη δανεική μηχανή ενός εύπορου, συγκριτικά, εξαδέλφου του φωτογράφου που τον έβαλε στη δουλειά προκειμένου να καπαρώσουν και την πελατεία του γειτονικού χωριού, το Πουρί.
Την εποχή εκείνη οι γερμανικές αρχές Κατοχής επιβάλλουν την έκδοση δελτίων ταυτότητας με φωτογραφία. Ετσι λοιπόν ο Ρούσσης βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να καταφέρει, όχι να εκφράσει ατομικές καλλιτεχνικές ανησυχίες, αλλά να βγάλει την καθημερινή κουραμάνα. Το αρχείο του χωρίζεται σε δύο ενότητες: Στις φωτογραφίες για ταυτότητα και στις ομαδικές φωτογραφίες του καθημερινού μόχθου, αλλά και των οικογενειακών, θρησκευτικών και σχολικών γιορτών. Πολλά από τα συγκλονιστικά αφοπλιστικά πορτρέτα είναι διπλά: για την κάλυψη της ανάγκης ενός λευκού φόντου ο Ρούσσης αναρτούσε ή έβαζε κάποιον συγγενή τον οποίο ενέτασσε στη φωτογραφία, να κρατάει πίσω από τον φωτογραφιζόμενο ένα λευκό πανί, συνεχίζοντας την αρχέγονη ανθρώπινη ιστορία του πορτρέτου.
Λέγεται ότι οι Ινδιάνοι έτρεμαν τη φωτογράφιση φοβούμενοι ότι η μηχανή θα υφάρπαζε ένα κομμάτι της ψυχής τους. Και δεν είχαν απολύτως άδικο. Οι προικισμένοι πορτρετίστες κατορθώνουν να ξεκλέψουν ένα κομμάτι της ψυχής –η οποία όπως από αρχαιοτάτων χρόνων γνωρίζουμε εκβάλλει στο βλέμμα– και να το αποτυπώσουν στο χαρτί. Για να συλλάβει όμως κανείς τον χαρακτήρα του ανθρώπου μαζί με το πρόσωπο, όπως και για τη δημιουργία κάθε γνήσιου, δηλαδή ειλικρινούς έργου τέχνης, απαιτείται ένας βαθμός αθωότητας. Μια έλλειψη προσποίησης και από τις δύο πλευρές, τόσο μπροστά, όσο και πίσω από τη φωτογραφική μηχανή.

Πορτρέτα φυσικά
Στις αρχές της δεκαετίας του '50, την εποχή που ο ερασιτέχνης φωτογράφος της Ζαγοράς, Κώστας Ρούσσης ξεκίνησε να βγάζει τα πρώτα του πορτρέτα, η εκβιομηχάνιση της ζωής στην Ελλάδα δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Παρότι στον γειτονικό θεσσαλικό Κάμπο είχε ξεκινήσει η μηχανική καλλιέργεια, στο χωριό της Ζαγοράς, «πίσω από το βουνό», όπως επισημαίνει ο Κουτσαφτής, «τα πράγματα έφταναν με καθυστέρηση». Συνεπώς οι άνθρωποι δεν είχαν ακόμη προλάβει να εξοικειωθούν με τις μηχανές και δη τις φωτογραφικές μηχανές. Πολύ πριν από την παγκόσμια επικράτηση του πολιτισμού της διαφήμισης και τον συνακόλουθο διαχωρισμό του ανθρώπου από την εικόνα του, ο Κώστας Ρούσσης φωτογράφιζε πρόσωπα αμύητα στην τέχνη της προσποίησης και της αυτοπροβολής.
Οι άνθρωποι του μόχθου αναγνώριζαν στο πρόσωπο του Ρούσση έναν όμοιό τους απέναντι στον φακό του οποίου στέκονταν (δεν πόζαραν) με απόλυτη φυσικότητα. Το όνειρο και το όραμα των ανθρώπων την εποχή εκείνη, που η Ελλάδα έβγαινε από έναν επώδυνο πόλεμο και το αιματοκύλισμα του Εμφυλίου, αφηγείται ο Κουτσαφτής, ήταν συνυφασμένο με την εργασία, δηλαδή τον χειρωνακτικό μόχθο. Ακόμα και τον χωροφύλακα ή τον γραμματικό, τους οποίους σεβόντουσαν ή φοβόντουσαν κατά το δοκούν, βαθιά μέσα τους, τους υποτιμούσαν γιατί δεν ήσαν χειρώνακτες. Γιατί δεν καλλιέργησαν αυτόν τον ιερό μεταμορφωτικό της πραγματικότητας, δεσμό με τη γη.
Οι άνθρωποι λοιπόν αυτοί διψούσαν να αλλάξουν τον κόσμο με το «έργο των χειρών τους», δηλαδή σκάβοντας, φυτεύοντας και χτίζοντας τη γη. Αυτή τη δίψα, τη χαρά και τον κόπο του μόχθου συνέλαβε μια για πάντα ο φακός του Ρούσση, διασώζοντας ένα κοινωνικό σύνολο, μια κοινωνία αξιών. Οι φωτογραφίες του μας φέρνουν σε επαφή με έναν φτωχότερο, οπωσδήποτε, αλλά μάλλον πιο ευτυχισμένο και σίγουρα πιο αρχοντικό κόσμο.


img044

Δημήτρης Χουλιαράκης,
"Εικονοστάσι λαϊκών αγίων", "Το Βήμα" 11.1.2009
Η υποχρεωτική έκδοση αστυνομικών ταυτοτήτων, στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, τον έκανε φωτογράφο. Οι παλαιότεροι τον θυμούνται μετά την κυριακάτικη λειτουργία να βολτάρει ανάμεσα στους καλοντυμένους χωριανούς της Ζαγοράς, με μια φωτογραφική μηχανή με φυσούνα περασμένη χιαστί στον ώμο του, έτοιμος να τη στήσει και να δώσει σάρκα και οστά σε όλους αυτούς τους ανώνυμους που άφησαν το χνάρι τους στον τόπο και την ιστορία του. Οταν ο Κώστας Ρούσσης φύλαγε ευλαβικά τα αρνητικά των φωτογραφιών εκείνων που μέρα τη μέρα σωρεύονταν στα συρτάρια του, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι οι ταπεινές ετούτες εικόνες θα αποτελούσαν ύστερα από χρόνια πολλά την ανεκτίμητη μαρτυρία μιας ολόκληρης εποχής. Ως τα τριάντα του δεν είχε πιάσει στα χέρια φωτογραφική μηχανή. Γι΄ αυτό και όταν άρχισε να καταγράφει τη ζωή γύρω του το έκανε με την αγνή ματιά ενός παιδιού.
Οι φωτογραφίες του Ρούσση χωρίζονται σε δύο ενότητες: εκείνες που προορίζονται για ταυτότητα ή διαβατήριο, όπου στην άκρη τους, σαν σήμα κατατεθέν του καλλιτέχνη, φιγουράρουν οι σοβαροί, πρόθυμοι βοηθοί του που κρατούν το σεντόνι εν είδει φόντου, και εκείνες που απεικονίζουν ομαδικές σκηνές δουλειάς ή γλεντιού, αλλά και τελετές, σχολικές ή θρησκευτικές γιορτές. «Εκείνη την εποχή», λέει ο ίδιος, «φωτογράφισα πάρα πολύ κόσμο, όλους τους Ζαγοριανούς!
Με προτιμούσαν. Ισως επειδή ξέραν τη ζωή μου, ότι ήμουν ταλαίπωρος, και το βλεπαν σαν να μου δίνουν ένα βοήθημα. Αμα ήταν μια παρέα, πέντ΄ έξι, ας πούμε, έλεγα εγώ: "Εξι φωτογραφίες στη μισή τιμή". Φωτογράφισα λοιπόν στη Ζαγορά, Αϊ-Γιώργη και Σωτήρα, αλλά και στο Πουρί. Ο ξάδερφός μου είχε τους άλλους δύο μαχαλάδες της Ζαγοράς, την Αγία Κυριακή και την Περαχώρα. Αλλά αυτός ήταν αριστοτέχνης, καλλιτέχνης, ενώ εγώ ήμουν ο πλανόδιος.
Μ΄ όλα ταύτα με προτιμούσαν. Πήγαινα και στο Χορευτό όταν κάναν μπάνιο κι έβγαλα και κοπέλες, νοσοκόμες, γιατρίνες που ήθελαν μια φωτογραφία με το μαγιό. Και γίνηκαν τόσο ωραίες που τις έβαλε και το Ντομινό. Τόσο πολύ ωραίες. Και άλλη μια κοπέλα την έβγαλα μέσα σε πατάτες, στο λουλούδιασμά τους, και μ΄ αυτή τη φωτογραφία παντρεύτηκε. Ζαγοριανή είναι, ζει στο Βόλο. Την έβαλα λοιπόν καταμεσής στα λουλούδια και την έβγαλα φωτογραφία.
Ηταν πολύ όμορφη στη φωτογραφία και μ΄ αυτή ξεγέλασε τον άντρα της! Γιατί ώσπου να γνωριστούν αυτή έστειλε τη φωτογραφία. Ε, μόλις την είδε αυτός, πέταξε. Ναι, δεν είναι ψέμα. Εχει περιπέτεια η ζωή!».
Το ύφος και το ήθος ενός σπουδαίου λαϊκού καλλιτέχνη, μιας ιδιαίτερα προικισμένης ψυχής, ξεπηδάει από κάθε κουβέντα του Ρούσση. «Τ΄ όνειρό μου ήταν να βρω ένα κορίτσι, να το αγαπήσω. Μα έφυγε τ΄ όνειρο. Ηταν τόση η πείνα και τόσες οι δυστυχίες, τόσες οι μπόρες που με δέρναν, που όλα έσβηναν μες στο μυαλό μου. Αν το καλοσκεφτείς, ένα πέρασμα είναι η ζωή! Τώρα φύγαν τα χρόνια. Από τότε που γεννήθηκα, τι τράβηξα, τι έφτιαξα. Και σκέφτομαι μόνο να ΄μαι γερός. Και παρακαλώ να ΄ρθει ένας θάνατος, πώς να σ΄ το πω, ακαριαίος. Να κοιμηθώ αποβραδίς και το πρωί να ΄μαι πεθαμένος. Αυτό είναι τώρα στο μυαλό μου».
Ο Κώστας Ρούσσης διέσωσε για λογαριασμό μας έναν ολόκληρο θησαυρό προσώπων, στάσεων, βλεμμάτων και χειρονομιών- συνολικά 4.000 πόζες. Με αντίτιμο μηδαμινό, αν σκεφτεί κανείς ότι το έκανε μόνο και μόνο «για να βγάλει το ψωμί του, να πάρει μια δεκάρα». Είναι σαν να τον βλέπουμε ακόμη τώρα- σαν άλλο Θεόφιλονα οργώνει ακούραστα το Πήλιο, να απλώνει το ήμερο βλέμμα του στο τοπίο και να εντοπίζει το μέρος όπου θα στήσει τη μηχανή του. Εκεί θα πάρουν θέση οι χωριανοί για τη φωτογράφιση. Λίγο πιο αριστερά ο φακός, λίγο πιο πάνω. Ακίνητοι! Μόνο ένας αυθεντικός ναΐφ, ένας τοπικός φωτογράφος χωρίς καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, μόνο κάποιος που μεγάλωσε στη φύση με τα παραμύθια των παλιών, κάποιος αλαφροΐσκιωτος και «νεραϊδοπαρμένος» θα μπορούσε να ρίξει στο φωτογραφικό χαρτί ατόφια την ανθρώπινη ψυχή και τα βάσανά της. Μόνο ένας τέτοιος καλλιτέχνης θα μπορούσε να δώσει το άρτιο αποτέλεσμα με το οποίο πλούτισε το συλλογικό βλέμμα μας ο Ρούσσης.

"Εικόνες που δονούν και εικόνες που πονούν"
Δημοσθένης Κούρτοβικ, "Τα Νέα" 21.2.2009
ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ επανειλημμένα ότι οι φωτογραφίες που απαθανατίζουν τη ζωή περασμένων εποχών δεν είναι απλώς ντοκουμέντα. Αποτελούν από μόνες τους ιστορικές και κοινωνιολογικές μελέτες. Θυμάμαι αυτό που είχε πει κάποτε μια από τις κόρες του Μίμη Φωτόπουλου για τη φουρνιά των μεγάλων ηθοποιών που συγκινούν ώς σήμερα στις ελληνικές κωμωδίες του ΄50 και του ΄60: ότι οι χειρονομίες και τα λόγια τους είχαν παρελθόν, κουβαλούσαν τη μνήμη της ζωής πολλών γενεών. Κάτι τέτοιο αισθανόμαστε και όταν σπουδάζουμε τις φωτογραφίες του Κώστα Ρούσση. ΄Οσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από εκείνη την εποχή και από το ήθος των ανθρώπων της, αποτυπωμένο στις ατομικές μορφές και τις ομαδικές ασχολίες τους, τόσο καθαρότερα μπορούμε να δούμε και να κατανοήσουμε αυτό που έχει πια χαθεί για πάντα. Ένα ιδιαίτερα συγκινητικό χαρακτηριστικό στις φωτογραφίες ταυτότητας και διαβατηρίου που έβγαζε στο ύπαιθρο ο Ρούσσης είναι το άσπρο σεντόνι που φαίνονται να κρατούν κάποιοι σαν φόντο πίσω από το φωτογραφούμενο πρόσωπο: εδώ, η ίδια η πράξη της φωτογράφησης συμμετέχει στο θέμα της φωτογραφίας, γίνεται κι αυτή μια χειρονομία που διηγείται τη δική της ιστορία για τον κόσμο απ΄ όπου ξεπήδησε. πηγή


ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ δάνεια κατοχῆς, Ἀρχ. θησαυρός

ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ δάνεια κατοχῆς, Ἀρχ. θησαυρός

Οι γέροι


Σωκράτης Μάλαμας.Ζωντανή ηχογράφηση σε studio.Album:ΕΞΩ.DVD 2

Οι γέροι

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας

Οι γέροι όταν σε κοιτούν
δεν βλέπουν μόνο εσένα
πίσω, μακριά κοιτάζουνε
στις άγριες ρεματιές
Την κόλαση που μια φορά
περπάτησαν για σένα
σου την χαρίζουν με παλιές
θαλασσινές φωτιές.

Αυτά που εκείνοι χάσανε
κανένας πια δεν τα 'χει
κι από μια αυλαία κόβουνε
κομμάτια να ντυθούν
ρίχνουν πασιέντζες, γδύνονται,
παραμιλούν μονάχοι
κι είναι αργά για να σωθούν
και κάτι να αρνηθούν.

Οι γέροι όταν σε κοιτούν
δεν βλέπουν μόνο εσένα
Τους δρόμους που περπάτησαν
κοιτούν σ' άλλους καιρούς
Γλεντούν μ' αυτά που θα 'ρθουνε
μεθούν με τα κλεμμένα
με τους αγγέλους στέλνουνε
μπιλιέτα στους θεούς.

Η Επιμονή σου

Η Επιμονή σου - Ελεωνόρα Ζουγανέλη & Κώστας Λειβαδάς (Στήν υγειά μας Alpha) {30/11/2013}

ΟΑΕΔ - ΑΝΕΡΓΙΑ

ΛΑΛΑΚΗΣ Ο ΕΙΣΑΓΩΜΕΝΟΣ - ΕΥΡΩΑΝΕΡΓΟΣ 

ΟΑΕΔ - ΑΝΕΡΓΙΑ


πηγή

ΠΩΣ ΝΑ ΠΙΑΣΕΤΕ ΔΟΥΛΕΙΑ

ΠΩΣ ΝΑ ΠΙΑΣΕΤΕ ΔΟΥΛΕΙΑ : Αρκεί βέβαια όπως λενε οι περισσότερες αγγελίες, να εχεις όρεξη και να είσαι πρόθυμος.. οοοχιιιι ΤΕΜΠΕΛΗΣ
http://backupinmylife.blogspot.com/
 

"Για ένα κομμάτι ψωμί"



http://tragoudistan.blogspot.com/

Ο Χάρης Κατσιμίχας ερμηνεύει το "Για ένα κομμάτι ψωμί" στη συναυλία που έγινε στη Μαλακάσα στις 26.6.2010, στα πλαίσια της "Best of tour", στην οποία ξανασυνέπραξε συναυλιακά με τον αδερφό του Πάνο μετά από σχεδόν 10 χρόνια.


Τίτλος τραγουδιού: "Για ένα κομμάτι ψωμί"
Στίχοι-Μουσική-Πρώτη εκτέλεση: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας
Δίσκος: "Ζεστά Ποτά" (1985)

Για ένα κομμάτι ψωμί,
δε φτάνει μόνο η δουλειά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
πρέπει να δώσεις πολλά.

Δεν φτάνει μόνο το μυαλό σου,
δε φτάνει μόνο το κορμί σου.
Το πιο σπουδαίο είν' η ψυχή σου, δικέ μου.
Έχει τους νόμους τους αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Θα σου κρεμάσουνε μια μπάλα
και θα τραβιέσαι μ' αυτήν μέρα - νύχτα.
Έχεις κανάλι πολύ να τραβήξεις,
μέχρι να πάψεις να λες -"μα τι τρέχει;"
Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Για ένα κομμάτι ψωμί,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα πιεις φαρμάκια πολλά.

Θα σε πετάνε από δω κι από κει
θα λαχανιάζει η ψυχή σου.
Θα φτύσεις αίμα απ' το στόμα, δικέ μου.
Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα 'χεις ξεχάσει πολλά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα 'χεις πληρώσει ακριβά.

Και κάποια μέρα θα σε λύσουν,
μα θα φοβάσαι να φύγεις, θα τρέμεις.
Θα σε κλωτσάνε και θα σ' αρέσει, δικέ μου.
Σαν το σκυλί τους θα σ' έχουν, δικέ μου,
μα δε θα έχεις ψυχή να το νοιώσεις,
θα είναι για σένα αργά.

________________________________________
­______________
Το βίντεο είναι απόσπασμα από την μαγνητοσκοπημένη τηλεοπτική μετάδοση της συναυλίας από τη ΝΕΤ (Οκτώβρης 2010).

Βασικό Εισόδημα, ένα ανθρώπινο δικαίωμα!

Βασικό Εισόδημα, ένα ανθρώπινο δικαίωμα! 

Υπογράψτε κι εσείς!: https://ec.europa.eu/citizens-initiat...
Ακολουθήστε μας στο facebook: https://www.facebook.com/basicincomegr

Το φάντασμα του Tom Joad



Bruce Springsteen & Tom Morello - The Ghost of Tom Joad (Greek subs) *** Ο Bruce Springsteen και ο Tom Morello (κιθαρίστας των Rage Against the Machine) ερμηνεύουν το "Φάντασμα του Tom Joad" που έγραψε ο πρώτος (1995), με αναφορές στο μυθιστόρημα του John Steinbeck "Τα Σταφύλια της Οργής" (1939) και την ομώνυμη ταινία του John Ford (1940) **

** Το φάντασμα του Tom Joad

 πηγή

Όχι πατέρα, έχω. Μην ανησυχείς...

Όχι πατέρα, έχω. Μην ανησυχείς...

Ένα χαρτί δεκαπέντε ευρώ, στο φάκελο κι αυτό. Μεγαλώσαμε πια, δεν κορνιζάρουμε. Εξάλλου, να θα με καλέσουν, θα το χρειαστώ. Γελάω. Άνοιξα τον υπολογιστή και διόρθωσα το βιογραφικό. Τα μιλάω πια και με τη βούλα. Τρεις οι ξένες γλώσσες.

Σήμερα γύρισα Αθήνα. Το πρωί στα ΚΤΕΛ ο πατέρας έκανε να βάλει το χέρι στην τσέπη, "Δεν χρειάζομαι" ψέλλισα και του πιασα το χέρι, "Ε, σε παρακαλώ" μου είπε, "23 χρονών γομάρι έφτασα, ντρέπομαι που σου ζητάω όταν έχω ανάγκη, θα σου παίρνω και για καφέ;" Κοίταξε κάτω. Πια δεν έλεγε "κάτι θα βρεις"...

Μια μέρα σε μια συζήτηση μου είπαν "μικρός είσαι, τράβα μείνε με τους δικούς σου". Ωραία. Καθολική αποδοχή της ήττας. "Όταν ξεμείνω, θα πάω" είπα για να τελειώνουμε, μα έτσι ήταν όντως. Δεν πλήρωνα νοίκι, μα τα λεφτά στην τράπεζα τελειώναν. Ήμουνα τον προηγούμενο μήνα στον Ευαγγελισμό, για εξαγωγή φρονιμήτη. Σαράντα εφτά ευρώ. Κοίταξα το πορτοφόλι μου έξω από το ΜΕΤΡΟ καθώς γυρνούσα. Έξι και κάτι ψιλά μου είχαν μείνει μέχρι να μπει το επόμενο επίδομα. Ωραία.

Τι μιζέρια θεε μου... Είχα μαζέψει δυο-τρία σακουλάκια από καπνό και τον γέμιζα με λαμιώτικο ακατέργαστο. Έβηχα μια βδομάδα, "κόψτο ρε μαλάκα", "θα το κόψω για μένα, όχι για αυτούς." Και στα τέλη του μήνα, οι έξοδοι μετριούνται σε μπριζόλες, ένα ουίσκι είναι τρεις λαιμού κι ένα μαρούλι. Δακρύβρεχτο, ξεδεκρύβραχτο έτσι είναι. Έτσι.

Γαμώ την αξιοπρέπεια μας, ίσως, ίσως αν παρακαλούσα τον... Τι κάθομαι και σκέφτομαι. Ο άντρας δεν φτιάχνεται ούτε στα μπουρδέλα ούτε στους στρατώνες. Εδώ θα φανούνε κούτελα, τέσσερις μήνες χωρίς ξυπνητήρι το πρωί και δεν έχω παιδιά, δεν έχω γυναίκα να στηρίζεται πάνω μου. Θα αντέξω. Θα πουλήσω λίγο πιο φτηνά την υπεραξία μου, λίγες περισσότερες ώρες, λίγο πιο μακριά... Προσλαμβάνουνε πτυχιούχους ΑΕΙ στα Οινόφυτα;

Δεν κλαίμε. Δακρύζουμε καμιά φορά. Σαν θυμάμαι τι λέγανε δασκάλες και συγγενείς για το μέλλον. Χωρίς λεφτά να κάνεις κάτι ενδιαφέρον και χωρίς δουλειά, νιώθω άχρηστος. Γερασμένος.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Καθάρισα τη φωνή μου.

"Ναι πατέρα έφτασα...Όχι, έχω, μην ανηυσυχείς."
Κώστας Βατερλός , 23 χρ. , Αττική

απομυθοποίηση

απομυθοποιώ [apomiθopió] -ούμαι Ρ10.9 : αφαιρώ τη μυθική διάσταση, το μυθικό περίβλημα και ανάγω κπ. ή κτ. στο επίπεδο της πραγματικότητας, των πραγματικών διαστάσεων: Σήμερα απομυθοποιείται όλο και περισσότερο ο μύθος της φυσικής ανωτερότητας του άντρα σε σχέση με τη γυναίκα. H τέχνη απομυθοποιεί τον εαυτό της και αποκτάει νέες σχέσεις με την πραγματικότητα. Στις μέρες μας έχει απομυθοποιηθεί τελείως ο ρόλος του πολιτικού και της πολιτικής.
[λόγ. απο- μυθοποιώ μτφρδ. γερμ. entmythologisieren (< αρχ. μυθολογῶ `διηγούμαι μύθους΄)] 


*******
Ένα παιδί κάθεται πάνω στου ντουνιά τη σκεπή
ένα κορίτσι ψάχνει μόνο μια γωνία να κρυφτεί
ένα αγοράκι στο σαλόνι και μπροστά από την T.V.
κι ένα χαμίνι στρώνει κάτω στο δρόμο να κοιμηθεί
για να το δει και μπει και βγει από το Όνειρο
μπας κι απόψε είναι πιο όμορφο
καθρεφτίζεται συμβολικά
το είδωλο του στα βρομόνερα
Πάντα
συνεννοούμαστε κρυφά για τα πάντα
κι αντανακλάμε τον κόσμο κυλάμε
σα ρόδα πάντα
σα ρόδα παίζει κι η μπάντα τζάμπα
κι άντε κάντε στην μπάντα
ποίηση του δρόμου για πάντα
δεν είμαστε είδωλα καθρέφτες αγάντα
απομυθοποίηση μάγκα
απομυθοποίηση πάντα
απομυθοποίηση, φτάνει η ώρα
απομυθοποίηση πάντα
απομυθοποίηση τώρα!
Χωρίς λόγο κι αιτία αυτη η ειρωνια με τη μια φτιάχνουμε λόγο κι αιτία
δικαιολογία στη βία
το πρόσωπο μας αυτό δεν είναι πραγματικό
κατασκευάζουμε γλυπτό τον εαυτό τον εικονικό
βασανισμένοι συγχωρούν και γράφουν βιβλία
παπαδοπαίδια προσευχή κάνουν τη βία στη βία
στην Τεχεράνη κάποιοι διάβασαν Λολίτα
με ένα καμένο διαβατήριο δε διώχνεις τις Η.Π.Α.
τείχος για το τείχος των δακρύων
λίθος για το λίθο των αναμάρτητων
άξονας για τον άξονα της τρομοκρατίας
κόντρα στην κόντρα,
βία στη βία,
της βίας, τη βία, ω βία,
όχι άλλο ρε παιδία!
Απομυθοποίηση τώρα!
Πολεμάμε για φροκαλά
τραγουδάμε για κοκάλα
προστατεύουμε με ρόπαλα
για να γίνουν όλα πιο πολλά
καταναλώνουμε λάφυρα
συζητάμε σε παράθυρα
πολιτευόμαστε άκυρα
για να γίνουν όλα πιο αυστηρά
μια θολούρα νηφάλια
και μια μύτη πιο άρια
μια χούντα για ασφάλεια
για να γίνουν όλα πιο αγρία.
Απομυθοποίηση τώρα!


Απομυθοποίηση τώρα - Ρόδες ****

*****************



Ερωτας µετα την απομυθοποιηση



Rate This

Ο έρωτας κινδυνεύει από την απομυθοποίηση ή από την εξιδανίκευσή του; Ανακαλύψτε το και ζήστε – για… πάντα;- τον πιο μεγάλο έρωτα, αν αντέχετε να ισορροπήσετε αποφασιστικά ανόμεσα στα δύο.
από την Κρυσταλία Πατούλη
Τα περισσότερα βιβλία, πoιήματα, τραγούδια, άρθρα, έχουν γραφεί με κεντρική ιστορία έναν πολλά υποσχόμενο έρωτα, που τις περισσότερες φορές τελειώνει… άδοξα! Σχεδόν όλοι πιστεύουμε πως ξέρουμε πολλά γι’ αυτόν, αλλά πάντα κάνουμε τα ίδια λάθη. Ποια είναι αυτά; Το εξής ένα: η εξιδανίκευση του προσώπου που ερωτευόμαστε!
ΟΤΑΝ Η ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΥΦΛΩΝΕΙ
Μήπως, ύστερα από έναν χωρισμό, δεν μας έχει συμβεί να αναρωτιόμαστε «Μα, τι του βρήκα;» Αντίθετα, στην έναρξη του love story συνηθίζουμε να δηλώνουμε «ότι ήταν μοιραίο να συμβεί!». Αν όμως, τελικά, ύστερα από καιρό χωρίσουμε, τότε ξεχνάμε το μαγικό και μυστικό κάρμα που μας ένωσε, και προσθέτουμε απλώς ακόμα ένα…. λάθος στη ζωή μας. Έρευνα του Πανεπιστημίου του Οχάιο σε φοιτητές έδειξε πως ο καθένας αποφασίζει τι είδους σχέση θα ήθελε να δημιουργήσει με κάποιον από τα πρώτα κιόλας λεπτά της γνωριμίας μαζί του. Ανεξάρτητα από το πόσο το παραδεχόμαστε συνειδητά ή όχι, νιώθουμε το μέγεθος της ερωτικής έμπνευσης που μας προκαλεί ο απέναντι τόσο άμεσα, που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε -ειδικά αν είναι αμοιβαίο- ξεκινά ένας σφοδρός και κεραυνοβόλο ς έρωτας. «Ο έρωτας με δύο λόγια είναι τυφλός» μας εξηγεί η Λητώ Κατάκη, ψυχοθεραπεύ­τρια, συνεχίζοντας, «αφού δεν είναι μυστικό πως εστιάζουμε το βλέμμα μας μόνο στα προτερήματα του ανθρώπου που ερωτευόμαστε». Ο μηχανισμός που οδηγεί στη μυθοποίηση του άντρα που ξυπνά τις πιο ερωτικές επιθυμίες μας, ξεκινά ακριβώς από τα έντονα συναισθήματα που δεν μας επιτρέπουν να ανακαλύψουμε περισσότερα από εκείνα που έχουμε ανάγκη. Η επιθυμία να ερωτευτούμε, όπως και δικά μας συναισθηματικά ή άλλα κενά που αγωνιούμε να συμπληρώσουμε φαίνεται να προηγούνται από τον ίδιο τον έρωτα.  Η έντονη προσδοκία να διαγράψουμε τη λέξη «μοναξιά» από το καθημερινό μας λεξιλόγιο, αλλά και η ανάγκη να ικανοποιήσουμε τις πιο βαθιές ανθρώπινες επιθυμίες μάς προτρέπουν να αναζητάμε -αλλά και να πιστεύουμε- το αδύνατο: πως μπορούμε να γίνουμε ένα με το αντικείμενο του έρωτά μας; Πό­σο όμως μπορεί να κρατήσει στον χρόνο μια τόσο εμφανής παραπλάνηση;
Η ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΕΙ
Έλξη είναι Η επιστημονική κοινότητα έχει καταγράψει πως ο έρωτας είναι μια Χημική διεργασία που κληρονομήσαμε στα κύτταρα μας για τη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους. Μάλιστα, έχει συζητηθεί πως διαρκεί κατά μέσον όρο περίπου 3 χρόνια: όσα δηλαδή χρειάζεται για να γεννηθεί ένα παιδί και να μεγαλώσει τόσο, ώστε να αποκτήσει το μίνιμουμ της ανεξαρτησίας του. Κι αν ακόμα ένα ζευγάρι δεν κάνει παιδιά, τα τρία χρόνια φαίνεται να είναι και n στιγμή που το καμπανάκι για το τέλος (του επαναπροσδιορισμού ή του τέλους) χτυπά. Καθώς ξεκινάμε να διαβλέπουμε στον μεγάλο έρωτά μας τα πιθανά αρνητικά του, το ερώτημα «τι μας ενώνει;» παρακάμπτεται όλο και περισσότερο από εκείνο το άλλο: «τι μπορεί να μας χωρίσει;». Ανακαλύπτουμε έτσι κάθε μέρα όλο και περισσότερες αφορμές που θα μπορούσαν να μας ωθήσουν στον χωρισμό. Τότε όμως, όπως μας εξηγούν οι ειδικοί, μπορεί και να ξεκινήσει το «θαύμα» μιας συντροφικής σχέσης. Η προσπάθεια να ανακαλύψουμε τι μπορεί να μας κρατήσει μαζί ξεκινά όταν η απομυθοποίηση είναι πια γεγονός.
… ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ!
Η αλήθεια είναι πως δεν θα αντέχαμε να ζούμε συνέχεια με τόση ερωτική ένταση. Ένας μεγάλος έρωτας μας δημιουργεί τόσο δυνατά συναισθήματα, που πραγματικά είναι αδύνατον να συμβιώσουμε μαζί του πάνω από ένα εύλογο διάστημα. Η απομυθοποίηση του έρωτα δεν είναι μόνο ένα αναπόφευκτο γεγονός, αλλά και μια αναγκαία συνθήκη για να διατηρηθεί επιτυχημένα μια ερωτικά συντροφική σχέση μέσα στον χρόνο. Όμως η ερωτική ταχύτητα θα πρέπει να αυξομειώνεται, να μη χάσει ποτέ τη δύναμή της, καθώς η σχέση ωριμάζει. Ο έρωτας δεν φοβάται την απομυθοποίηση όταν διατηρεί τη συντροφικότητα, την αγάπη και την ερωτική μυθοποίηση σε βαθμό που δύο σύντροφοι να ζουν μαζί αλλά όχι ό ένας μέσα από τα μάτια του άλλου.
Η αλήθεια είναι πως δεν θα αντέχαμε να ζούμε συνέχεια με τόση ερωτική ένταση. Ένας μεγάλος έρωτας μας δημιουργεί τόσο δυνατά συναισθήματα, που πραγματικά είναι αδύνατον να συμβιώσουμε μαζί τους πάνω από ένα εύλογο διάστημα. Η απομυθοποίηση του έρωτα δεν είναι μόνο ένα αναπόφευκτο γεγονός, αλλά και μια αναγκαία συνθήκη.
ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΖΩΝΤΑΝΟ
1. Δώστε έμφαση στην ερωτική έλξη εμφανισιακά και συναισθηματικά.
2. Μη θεωρείτε τον εαυτό σας ή το σύντροφό σας δεδομένο.
3. Μην πιστέψετε ότι τον γνωρίζετε τόσο καλά, ώστε δεν υπάρχει τίποτα άλλο να μάθετε για αυτόν.
4. Ικανοποιήστε τις ανάγκες και τις επιθυμίες σας όσο περισσότερο μπορείτε.
5. Μην ξεχνάτε το χιούμορ
6. Κάντε όνειρα για τους δύο.
7. Εξελιχθείτε σε όλο και περισσότερους τομείς.
8. Διατηρείτε μικρά μυστικά, ώστε να νοιώθετε πώς υπάρχει ακόμη ένας μικρός κρυφός εαυτός σας που δεν έχετε συστήσει στον σύντροφό σας.
9. Ανακαλύπτετε κάθε στιγμή καινούργια πράγματα που μπορείτε να κάνετε μαζί.
10 . Κρατήστε έντονη τη σεξουαλικότητά σας.
Άρθρο της Κρυσταλίας Πατούλη, δημοσιογράφου, συστημικού συμβούλου, σε συνεργασία τη Λητώ Κατάκη, ψυχολόγο • ψυxoθεραπεύτρια, δημοσιευμένο στο περιοδικο “Εγώ” των Εκδόσεων Λυμπέρη

πηγή





Η απομυθοποίηση του έρωτα

Της Χρυσας Σπυροπουλου
Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα (Περού, 1936-) -Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 2010- αποτελεί σημαντικό «κεφάλαιο» όχι μόνο για τη χώρα του, το Περού, αλλά και για την παγκόσμια λογοτεχνία. Εμφανίστηκε στα Γράμματα με τη συλλογή διηγημάτων «Οι αρχηγοί» το 1959, έγινε όμως ευρέως γνωστός όταν εξέδωσε το μυθιστόρημά του «Η πόλη και τα σκυλιά» το 1963, το οποίο εντυπωσίασε το αναγνωστικό κοινό και έκτοτε η μία επιτυχία διαδεχόταν την άλλη. Στα σημαντικά έργα του συγκαταλέγονται τα ακόλουθα, τα οποία κυκλοφορούν στα ελληνικά: «Τα τετράδια του δον Ριγοβέρτο», «Η γιορτή του τράγου», «Το Πράσινο Σπίτι», «Ο Παράδεισος στην άλλη γωνία», «Το παλιοκόριτσο», «Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες», κ.ά. Ο πολυγραφότατος Μάριο Βάργκας Λιόσα έγραψε ιστορικά, πολιτικά μυθιστορήματα, κωμωδίες, αστυνομικά, δοκίμια, αυτοβιογραφία και δημοσιογραφικά κείμενα, και όπως πολλοί Λατινοαμερικανοί συγγραφείς ασχολήθηκε κι αυτός με την πολιτική. Μάλιστα, το 1990 ήταν υποψήφιος πρόεδρος του Περού με το κεντροδεξιό κόμμα «Δημοκρατικό Μέτωπο».
Η γραφή του Λιόσα είναι πυκνή, η μία σκηνή διαδέχεται την άλλη, μέσα σε μια ιστορία εμπεριέχονται πολλές άλλες μικρότερες, ο ρεαλισμός μερικές φορές δίνει τη θέση του στο φανταστικό και γίνονται ένα, οι καταστάσεις σε πολλές περιπτώσεις είναι αξεδιάλυτες. Οι αρχικές εικόνες στα πρώτα έργα του από τη ζωή στο Περού συναντούν αργότερα σκηνές, στοιχεία από το παγκόσμιο στερέωμα και έτσι και η θεματολογία του συγγραφέα εμπλουτίζεται και το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, μαζί με τον αριθμό του, μεγαλώνουν. Το «χαριτωμένο» μυθιστόρημα «Η θεία Χούλια και ο γραφιάς», έργο το οποίο έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία και αναφέρεται στη σχέση του συγγραφέα με την πρώτη του σύζυγο, τη Χούλια, κυκλοφόρησε το 1977, ενώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1990 με τον τίτλο «Tune in Tomorrow» («Η συνέχεια αύριο», σε ελεύθερη μετάφραση) και πρωταγωνιστή τον Keanu Reeves. Η ιστορία διαδραματίζεται στη Λίμα, την πρωτεύουσα του Περού τη δεκαετία του ’50, όταν ένας δεκαοκτάχρονος επίδοξος συγγραφέας και δημοσιογράφος στον ραδιοφωνικό σταθμό «Παναμερικάνα», υποψήφιος της Νομικής Σχολής, ο Μάριο, ερωτεύεται την αδερφή της θείας του, τη Χούλια, μια διαζευγμένη τριαντάρα, η οποία μετά τη διάλυση του γάμου της στη Βολιβία έρχεται να ζήσει στη Λίμα, στο σπίτι της αδερφής της. Το ειδύλλιο αναπτύσσεται σιγά σιγά, όταν οι δυο τους αρχίζουν να πηγαίνουν κινηματογράφο. Καταγράφονται και περιγράφονται κωμικές καταστάσεις, σκηνές ζήλιας, αλλά και τρυφερότητας, παράλληλα με τις περιπέτειες άλλων ηρώων, όπως της ξαδέρφης του Μάριο και των συνεργατών του στον ραδιοφωνικό σταθμό.
Η εικόνα της Λίμα κατά τη δεκαετία του ’50 είναι ζωντανή, ενώ γίνεται ακόμα πιο έντονη η ατμόσφαιρά της μέσω των ρομάντζων που μεταδίδονται από το ραδιόφωνο, στα οποία πρωτοστατεί ο σεναριογράφος Καμάτζο από τη Βολιβία. Ερωτας, πάθη, απάτες, φόνοι συνιστούν τον κόσμο της μυθοπλασίας του επιτυχημένου σεναριογράφου, ένας κόσμος που συγχέεται με αυτόν της πραγματικότητας, με την κύρια ιστορία, η οποία αποδίδεται σε πρώτο πρόσωπο, ενώ οι παρεμβαλλόμενες αφηγήσεις γίνονται σε τρίτο. Πάντως, και όταν πρόκειται για την ιστορία του Μάριο και για τις σαπουνόπερες, στην αφήγηση, που πολλές φορές είναι ενιαία, ως μακροσκελής μονόλογος, εμφανίζονται πρόσωπα, γεγονότα άλλων ιστοριών που ενσωματώνονται με την κύρια. Με λεπτό χιούμορ ο συγγραφέας εξετάζει και σχολιάζει τη σχέση ζωής και τέχνης, ενώ παράλληλα απομυθοποιεί ανεπαισθήτως τον έρωτα και τις συνέπειές του.
​​ Μάριο Βάργκας Λιόσα, «Η θεία Χούλια και ο γραφιάς», μετάφραση Μαργαρίτα Μπονάτσου, Καστανιώτης 2013

πηγή
**

Απομυθοποιείσαι - Σαμπρίνα

****