Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Λευκό


ΣΟΚ!

Χαζομετάνοιωσα λίγο με το βιντεάκι που το έκανα δημόσιο και πήγα να το δω, ν' αποφασίσω...
Διακοπές ήταν, χαρούμενη ήμουνα, ναζιάρα βγήκα...
Τύφλα νά 'χουν τα φωτομοντέλα!
Πέρασαν δυο χρόνια, σα να μην είμαι εγώ, έτσι ένιωσα.
Κι εκεί που τελείωσε και έκλεινα προς απόρρητη μεριά, βλέπω στο τέλος, την εικόνα του Αγίου Εφραίμ, απ' το Μοναστήρι του!
"Έλα, Άγιε Εφραίμ, θα το κρύψω, μη με μαλώνεις!..." του είπα από μέσα μου!
Του χαμογέλασα, χωρίς να πατήσω να δω το βιντεάκι που μου πρότεινε η οθόνη, μετά το τέλος του δικού μου βίντεου.
"Δε θέλω να μπω σε ψαλμωδίες τέτοια ώρα..." του είπα από μέσα μου, ενώ αμέσως, μετανοιωμένη γι' αυτή την σκέψη μου, πάτησα το κουμπί, κι εκεί, έπαθα!

"Δεν το συζητάμε", που λέμε τελευταίως με τον γιο μου!
ΣΟΚ, ακόμα και στην μουσική, και άλλα...
Καληνύχτα, Καλημέρα, διαλέχ'τε!
Δεν διορθώνω, τίποτα!
Αν ήθελε Εκείνος, θα μ' εμπόδιζε από νωρίτερα...
Δεν καταλαβαίνω!

Το πορτραίτο

Λαμπρινή, βρήκα και το πορτραίτο!
Να είσαι καλά!
Συγκινήθηκα και με σένα...
Σ' ευχαριστώ!!!
(Υγ. Στα τελευταία μου είμαι; Δε ξέρω! Πολύ ενθύμιο έπεσε!)

Δικαίωμα 2

Απόψε... είχα πολλές μετωπικές.
Δεν μπορεί κανένας να καταλάβει, τι σημαίνουν για μένα αυτά τα βιντεάκια!
Προσπαθούσα να προλάβω να διορθώσω τίτλους, να συμπληρώσω, να δω, μα δεν αντέχετε...
Σκόνταφτα σε πολλά.
Δε ξέρω. Ας μου τα σβήσουν! Σηκώνω ψηλά τα χέρια. Εκτός του ότι είναι πάρα πολλά, κάποια, πονάνε πολύ. Τα είχα ξεχάσει... Θυμηθηκα όλη μου τη ζωή απόψε! Δεν πάει άλλο!

Εν ολίγοις, κρατάω κάποια, έτσι! Επειδή μου την βίδωσε!

Δικαίωμα 2!
Χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις.

Γενέθλια - Έτσι ξεκίνησα - Μπικάκης
**
***
8
 .
.... **

φανταράκι και απολύομαι

*** **

Σκιά - Νίκος Μεργιαλής - Μουσικοί Ιχνηλάτες

*** **

*** *

Καλημέρα Βόλου - Ζαγοράς - Μάνου Λοίζου *

*** **

ΠΗΛΙΟ

** ***

* Κι ένα απ' τα πολλά απόρρητα με φωτογραφίες μου, μια και ανεβάζω όλο κυκλάμινα.
Πρόβες για να με βρω.
Ναι, μπορεί να γερνάω, μα δεν είμαι σκιά, ούτε ρομποτάκι....
Άνθρωπος είμαι και πολύ πονεμένος, και παραπονεμένος, μάλιστα!

*

**
* Ας τους να λένε, κουράστηκα!

Αυτά!

Την αλανία μου!

Ναι, κι αυτό!
"Γεια σου μάνα, αλάνι! Κάνε τα δικά σου!" μου λέει και γελάει, τελευταία, χτυπώντας μου τον ώμο! Με κοροϊδεύει που ανακατεύομαι με όλα, στο ίντερνετ.

Αυτό το "αλάνι", που μου λέει, τελευταία, πολύ μ' αρέσει!
Το είπε φεύγοντας και χάρηκα, τώρα που ήρθε όμως, δεν το είπε!

"Γιε μου, έχασε η Ελλάδα; Γιατί; Δεν έπαιξε καλά;" τώρα, τώρα, μόλις τον ρώτησα! (Προέκυψε γράφοντας...)
Μα, γιατί, να χάσω την "αλανία" μου;
"'Αμα χάσεις, καλά παίζεις;" ήρθε η ερώτηση απ' το σαλόνι!

Κιχ! εγώ!
Αχ! Ελλάδα, τι μου κάνεις!
Λέω να φύγω πλαγίως απ' τον υπολογιστή, να τον δει ελεύθερο, να καθήσει.
Κλείνει η ανάρτηση, επειγόντως!
Ε, το θυμήθηκα!

Της Μαριορής

Αργά μεσημεράκι ήρθε η κολώνα μου κι είδα με χαρά κρυφή, μια σακούλα στο τραπέζι.
"Ρε, μπας κι έφερε κανένα γλυκάκι, κι όχι αυγουλάκια και ψαράκια, όπως συνηθίζει;"
Πλησίασα στο τραπέζι, αρκετά περίεργη.
"Τί μ' έφερες άντρα μ', κολώνα μ', εσύ;"
"Κρεμμυδάκια!"
Μπα, δε μοιάζανε για κρεμμυδάκια, τα εντός της σακούλας. Πλάκα μού 'κανε. Ακόμα δεν τα είχα δει.
Ανοίγω και κοιτάζω, αλλάζοντας έκφραση, αυτή, ντε, που μοιάζει με κείνο το "γκρρρρρ"!
"Κουρκάρ'" το λέν' άντρα μου!
"Κρεμμυδάκια είναι κι εσύ θα τα φυτέψεις, έτσι!" και μού 'δειξε πώς, λες και δεν είμαι από χουριό!
Κάποιος θα του το είπε, ίσως ο γεωπόνος και μου έκανε τον έξυπνο.
Ήθελα να τον κάνω με τα κρεμυδάκια, πραγματικά!
"Έχω τόσες δουλειές ανακατεμένες αυτές τις μέρες, τα κρεμυδάκια μού έλειπαν!"
"Εσύ, δεν είπες, όταν φύτεψες τα μαρούλια, να φέρω και κρεμυδάκια; Άσε, θα τα φυτέψω εγώ!"
"Τι λες, τώρα, καλέ μου! Θέλω να ξέρω που θα πατώ και που πηγαίνω, μέχρι να φυτρώσουν! Πήγαινε για μπανάκι εσύ, τάισε και την Ελπίδα και να της πεις πως έμπλεξα με τις δουλειές κι ότι δεν την ξέχασα!"
Πήγε.


Όλα στη μέση.
Η "ζωγραφική" της κουζίνας, δεν τελείωσε! Θέλει κι άλλα χέρια βερνίκι, όλο και κάποιος θα τρώει, μη του την σπάσω, κιόλας, γιατί αργεί και να στεγνώσει! Πού να κάτσεις; Όλο εμπόδια. Λες να φύγει για το χωριό, πριν την ώρα του, αυτό το τραπέζι;

Με τα ρούχα θα παιδεύομαι καμιά βδομάδα. Ας είναι καλά η υγρασία της σκεπής που μου πρόσθεσε την φροντίδα της προίκας μια ολόκληρης ζωής, πέρα απ' τα χειμωνιάτικα...

Ας είναι! Όλα θα γίνουν!Σιγά, σιγά.
Ώρα για τσαπάκι και κρεμυδάκι. Κρίμα να χάνουν χρόνο. Πρέπει να δέσουν, να γίνουν ένα με την γη, να δώσουν καρπό.
Πάμε, κορκαράκι μου! Πάμε! Εδώ είμαι εγώ! Σκλάβα και κυρά!

Ώρα, 6:16

******

Κι ύστερα, 8:21, ημέρα Τρίτη, κάθισα πάλι για τσιγαράκι, γιατί στα όρθια, δεν το καταλαβαίνεις, το άτιμο!
...Εκεί που φύτευα, που λες, άκουσα σφύρηγμα. Η κολώνα μου, γύρισε και μου έκανε πλάκα απ' το μπαλκόνι. "Τι κάνεις εκεί;"
"Τα κρεμμυδάκια σου!"
Όταν ανέβηκα, χαμογελούσε...
"Τι θα βγουν; Πιπεριές;"
"Και μαρούλια!" του είπα.
Μ' ένα "λάι λάι", έφυγε προς μπάνιο μεριά, να ξεβγάλει την αλμύρα. Ζεστή η θάλασσα, ζέστα και έξω, 30 άτομα κόσμος! και το ξενητεμένο μας γατί, έφαγε δυο κονσέρβες!όπως μου είπε, εν διαδρομή!
Εγώ, ευκαιρία έψαχνα, να βρω το τραγούδι. Ότι θυμάμαι, ότι φέρνει μια συζήτηση ή μια σκέψη, θα το ψάξω! Έψαχνα ώρα, ντεν! Ούτε στο "λάι - λάι", ούτε στο "φύτεψα ντομάτες βγήκαν πιπεριές", μου έδειχνε κάτι.
Παίρνοντας την τελευταία σκαφίδα για άπλωμα απ' το μπάνιο, τον ρώτησα:
"Ποιος είναι ο τίτλος απ' το τραγούδι; Δεν το βρίσκω!"
Η σκαφίδα, μπίμπα! Πήγα να την σηκώσω:
"Ασε, να σε βοηθήσω. Είναι βαριά."
"Τώρα... Κουβάλησα τόσες όλη μέρα!"
Με βοήθησε και την πήγαμε στο μπαλκόνι, ενώ τραγουδούσε:
"Λάι, λάι, λάι, λάι", ώσπου σταμάτησε απότομα και μου είπε σοβαρός:
"θα το ρίξω φόλα, το σκυλάκι σου!"
"Εγώ να δεις", σκέφτηκα!
"Έτσι πρέπει να είναι ο τίτλος", συνέχισε.

Ήρθα και το βρήκα. Σ' ένα "σου", έκανε λάθος και στα λόγια το έχει σε άλλη παραλλαγή. Ας είναι!
Έχουμε χιούμορ, δεν το συζητάμε!Ευτυχώς!



Στον γάλλο συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό το Νομπέλ Λογοτεχνίας

Στον γάλλο συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό το Νομπέλ Λογοτεχνίας

«Για την τέχνη της μνήμης με την οποία ανακάλεσε τα πιο ασύλληπτα ανθρώπινα πεπρωμένα»
 
Στον γάλλο συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό το Νομπέλ Λογοτεχνίας
Πηγή: AP Photo/Gallimard


 
Στον γάλλο συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό απονεμήθηκε την Πέμπτη 9 Οκτωβρίου το Νομπέλ Λογοτεχνίας 2014 «για την τέχνη της μνήμης με την οποία ανακάλεσε τα πιο ασύλληπτα ανθρώπινα πεπρωμένα και αποκάλυψε τον μικρόκοσμο της Κατοχής».



Ο Πατρίκ Μοντιανό θεωρείται από τους σημαντικότερους γάλλους συγγραφείς. Γεννήθηκε το 1945 στο Boulogne-Billancourt και γράφει από το 1967.

Έχει εκδώσει περισσότερα από 30 βιβλία, μυθιστορήματα, παιδικά βιβλία και σενάρια. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: Στο café της χαμένης νιότης (Πόλις, 2008), Νυχτερινό ατύχημα (Πόλις, 2005), Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά... (Πόλις, 2004), Η μικρή Μπιζού (Πόλις, 2002), Ντόρα Μπρούντερ (Πατάκης, 1999), Κυριακές του Αυγούστου (Καστανιώτης, 1996), Το άρωμα της Υβόννης (Λιβάνης, 1995), Άνθη ερειπίων (Οδυσσέας, 1992), Οδός σκοτεινών μαγαζιών (Κέδρος, 1988), Η χαμένη γειτονιά (Χατζηνικολή, 1987). Ήταν ο σεναριογράφος της ταινίας «Lacombe Lucien» του Λουί Μαλ.

Το Νομπέλ λογοτεχνίας προστίθεται σε μια σειρά σημαντικών βραβείων με τα οποία έχει τιμηθεί στη διάρκεια της καριέρας του. Έχει τιμηθεί με το μεγάλο βραβείο μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1972, με το βραβείο Goncourt το 1976, με το βραβείο του Ιδρύματος Pierre de Monaco το 1984, με το μεγάλο βραβείο λογοτεχνίας Paul Morand για το σύνολο του έργου του το 2000, με το αυστριακό βραβείο ευρωπαϊκής λογοτεχνίας το 2012 κ.ά.


Πατρίκ Μοντιανό: «Συγκινήθηκα. Δεν το περίμενα»

Τις πρώτες δηλώσεις ο νέος νομπελίστας έκανε στην Χελένε Χέρνμαρκ από το γραφείο Τύπου της Σουηδικής Ακαδημίας: «Περπατούσα στον δρόμο, κοντά στους «Κήπους του Λουξεμβούργου» στο Παρίσι, όταν μου τηλεφώνησε η κόρη μου στο κινητό και μου ανακοίνωσε την είδηση. Συγκινήθηκα. Δεν το περίμενα. Δεν ήλπιζα σε μια τέτοια βράβευση. Και το ευχαριστήθηκα ακόμη περισσότερο επειδή έχω έναν εγγονό που είναι Σουηδός».

Ο Πατρίκ Μοντιανό υποσχέθηκε ότι θα ταξιδέψει στη Στοκχόλμη τον προσεχή Δεκέμβριο για την τελετή απονομής του βραβείου. Όταν ερωτήθηκε αν ξεχωρίζει κάποιο από τα βιβλία του απάντησε: «Είναι δύσκολο να σας απαντήσω. Έχω την αίσθηση ότι γράφω το ίδιο βιβλίο. Που σημαίνει ότι έχουν περάσει 45 χρόνια που γράφω το ίδιο βιβλίο μ’ έναν τρόπο ασυνεχή».


Πέτερ Ένγκλουντ: «Συγγραφέας εκλεπτυσμένης και κομψής αφήγησης»

«Είναι ένας γάλλος συγγραφέας που έχει συγγράψει περισσότερα από 30 βιβλία, κυρίως μυθιστορήματα αλλά και βιβλία και για παιδιά και κινηματογραφικά σενάρια, στα οποία εξερευνεί τα ζητήματα της μνήμης, της ταυτότητας και του χρόνου και τη θέση τους στη λογοτεχνία», απάντησε ερωτώμενος από δημοσιογράφους για τον νομπελίστα ο Πέτερ Ένγκλουντ, γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας, αμέσως μετά την ανακοίνωση του βραβείου.

«Είναι ένας πολύ γνωστός και δημοφιλής συγγραφέας στη Γαλλία αλλά όχι σε όλον τον κόσμο. Στα σουηδικά έχουν μεταφραστεί πολλά βιβλία του, περισσότερα από τα αγγλικά», συνέχισε ο Πέτερ Ένγκλουντ. Από τα μυθιστορήματα του Μοντιανό απάντησε ότι προτιμά την Οδό σκοτεινών μαγαζιών, «στο οποίο ένας ντετέκτιβ που πάσχει από αμνησία ακολουθεί τα δικά του ίχνη προς τα πίσω προσπαθώντας να βρει τον εαυτό του. Είναι ένα διασκεδαστικό αφήγημα το οποίο παίζει με τις συμβάσεις του είδους του αστυνομικού μυθιστορήματος».

«Φαίνεται πως πρόκειται για έναν συγγραφέα ευκολοδιάβαστο, που μπορεί να γίνει πολύ δημοφιλής» σχολίασε ο δημοσιογράφος και ο Πέτερ Ένγκλουντ απάντησε: «Πραγματικά, είναι ένας συγγραφέας που διαβάζεται εύκολα. Κατ’ αρχάς, τα αφηγήματά του είναι σύντομα. Μπορείς να διαβάσεις ένα το απόγευμα, να βγεις να δειπνήσεις και να διαβάσεις ένα ακόμη επιστρέφοντας το βράδυ στο σπίτι. Η γλώσσα του είναι επίσης απλή αλλά η δομή των αφηγήσεών του και η συνολική σύνθεση είναι πολύ εκλεπτυσμένη και κομψή».

Ως ιστορικό, ο Πέτερ Ένγκλουντ δήλωσε ότι τον εντυπωσιάζει ο αυθεντικός τρόπος με τον οποίο ο Μοντιανό χειρίζεται τη μνήμη. «Σου ανοίγει διαδρόμους στον χρόνο στους οποίους μπορείς να βαδίσεις και να ανακαλύψεις τον εαυτό σου» είπε, ενώ δήλωσε ότι απολαμβάνει την εντυπωσιακή γνώση του Παρισιού που έχει ο Μοντιανό: «Γνωρίζει κυριολεκτικά κάθε δρόμο και σοκάκι της πόλης».


Αντουάν Γκαλιμάρ: «Ταυτιζόμαστε μαζί του»

Γιος πατέρα εβραϊκής καταγωγής, από σεφαραδίτικη οικογένεια της Θεσσαλονίκης, και ελβετής μητέρας, ο Μοντιανό γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα το 1967 και, ύστερα από παρότρυνση του καθηγητή του στα μαθηματικά και μέντορά του Ρεϊμόν Κενό, το στέλνει στις εκδόσεις Gallimard. Το La Place de l’ Étoile (1968) είναι εμπνευσμένο από την οικογενειακή του ιστορία. Οι γονείς του γνωρίστηκαν στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου στο κατεχόμενο Παρίσι. Ο Πατρίκ μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του, για τον οποίον ακούγονταν πολλές ιστορίες. Κάποιες τον ήθελαν να έχει δοσοληψίες με τους Γερμανούς και επαφές με υπόπτους και εγκληματίες. Η μητέρα του ήταν ηθοποιός και απουσίαζε συχνά σε τουρνέ. Ο Πατρίκ και ο μικρότερος αδελφός του Ρουντί μεγάλωσαν με τους παππούδες του από την πλευρά της μητέρας του και αργότερα με μια φίλη της μητέρας του. Τα δύο αδέλφια ήταν πολύ δεμένα ως τον θάνατο του Ρουντί, σε ηλικία δέκα ετών, από ασθένεια. Ήταν το τέλος της παιδικής ηλικίας για τον Μοντιανό, μια περίοδο της ζωής του στην οποία θα επιστρέφει νοσταλγικά στα βιβλία του και την οποία εκθέτει αναλυτικά στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Un pedigree (Gallimard, 2005).

«Το έργο του Μοντιανό μιλά για τη μνήμη» εξήγησε ο περήφανος εκδότης και φίλος του Αντουάν Γκαλιμάρ στον γαλλικό Τύπο μετά την ανακοίνωση του βραβείου. «Μιλάει για τη μνήμη. Επανέρχεται στην ιστορία του, στη γέννησή του και μπορούμε όλοι να ταυτιστούμε μαζί του σε αυτή την αναζήτηση ταυτότητας. Μας αποκαλύπτει την επίδραση που έχει ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος στην ύπαρξή μας, τη θέση που έχει η Αντίσταση και η συνεργασία με τους ναζιστές στο φαντασιακό μας. Αυτή η εποχή συνιστά ένα συλλογικό τραύμα και ο Πατρίκ έχει περάσει όλη του τη ζωή αφηγούμενος πώς ένας νέος άντρας ενηλικιώνεται και μαθαίνει να ζει με αυτό το τραύμα στον σύγχρονο κόσμο. Σε όλα του τα μυθιστορήματα βρίσκει ο καθένας ίχνη του δικού του εαυτού».

Ο Μοντιανό είναι ο 111ος νομπελίστας λογοτέχνης, σε μια μακρά σειρά που αρχίζει το 1901. Προηγούμενος Γάλλος που τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας ήταν ο Ζαν-Μαρί Γκυστάβ Λε Κλεζιό, το 2008.