Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Τι γιορταζουμε 28 Οκτωβριου;


Τι γιορταζουμε 28 Οκτωβριου;


Το 1940 ο Μουσολίνι ήταν δικτάτορας της Ιταλίας και ο Χίτλερ της Γερμανίας. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης κυριαρχούσε ο φασισμός. Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ ήθελαν να κατακτήσουν όλη την Ευρώπη. Ο Μουσολίνι στέλνοντας ένα τηλεγράφημα στον Πρωθυπουργό της Ελλάδας Ι. Μεταξά κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στην Ελλάδα και της ζήτησε να παραδοθεί. Ο Ι. Μεταξάς ξέροντας πως οι Έλληνες θα αντιδρούσαν του απάντησε: ΟΧΙ !



Ο Μουσολίνι έστειλε τον στρατό του να εισβάλει στην Ελλάδα. Οι Έλληνες παρότι ήταν πολύ λιγότεροι μπροστά στον Ιταλικό στρατό πολέμησαν ηρωικά και κατάφεραν να τον κάνουν να υποχωρήσει. Τότε ο Μουσολίνι ζήτησε βοήθεια από τον Χίτλερ. Τότε κατάφεραν να υποτάξουν τους Έλληνες για τρία χρόνια. Οι Έλληνες αντιστάθηκαν και τελικά Γερμανοί και Ιταλοί ηττήθηκαν. Όποιος είναι Έλληνας πρέπει να είναι περήφανος για την εθνική μας επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940.

28 Οκτωβρίου 1940 – ολο το Xρονικό

Όταν στις 3 το πρωί της 28ης Οκτώβρη 1940 ο Ιταλός πρέσβης φτάνει έξω από το σπίτι του Μεταξά, ο οποίος από τις 4 Αυγούστου του 1936 έχει καταλύσει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα της χώρας και κυβερνά δικτατορικά, μόνο η Αγγλία πολεμά με τη Γερμανία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση είναι ακόμα εκτός του πολέμου.
Το ιταλικό τελεσίγραφο είναι γραμμένο στα γαλλικά. «(…) Η Ιταλική κυβέρνηση κατέληξε στην απόφαση να ζητήσει από την Ελληνική Κυβέρνηση (…) την άδεια να καταλάβει δια των Ενόπλων Δυνάμεων της ορισμένα στρατηγικής σημασίας σημεία του ελληνικού εδάφους. Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί από την Ελληνική Κυβέρνηση να μην αντιταχθεί στην κατάληψη αυτή και να μην παρεμποδίσει την ελεύθερη διέλευση των (ιταλικών) στρατευμάτων. Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί από την Ελληνική Κυβέρνηση να δώσει αμέσως στις στρατιωτικές αρχές τις απαραίτητες διαταγές, ώστε η κατάληψη αυτή να πραγματοποιηθεί κατά τρόπο ειρηνικό. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα συναντήσουν αντίσταση (…)». Ο Μεταξάς τελειώνει την ανάγνωση του εγγράφου. Donc, Monsieur c` est la guerre απαντά. Ο Γκράτσι αποχωρεί. Στις 5 το πρωί συνέρχεται το Υπουργικό Συμβούλιο.
Ο Μεταξάς καταλαβαίνει ότι ο πόλεμος που εμπλέκεται η Ελλάδα είναι διαφορετικός από τον πόλεμο του 1912. «Τα συμφέροντα του Άξονα είναι αναπόσπαστα και αργά η γρήγορα θα πολεμήσουμε τους Γερμανούς», σημειώνει και δεν αποκλείει ότι μπορεί να χαθεί η Μακεδονία και η Ήπειρος, ακόμα και η Αθήνα και ότι θα έπρεπε να προετοιμαστούν να πολεμήσουν στην Πελοπόννησο ή στην Κρήτη σ` ένα «πόλεμο τιμής». Εξέφρασε την πεποίθησή του ότι η νίκη τελικώς θα είναι των Συμμάχων, προσθέτοντας ότι αυτή δεν θα κριθεί στη Βαλκανική. Δήλωσε πως θα πατάξει αμείλικτα κάθε κριτική που θα έκρινε ότι είναι ηττοπαθής στην ώρα του αγώνα και υπέγραψε το διάταγμα Γενικής Επιστράτευσης που ήταν ήδη έτοιμο από τις 15 Αυγούστου, μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης». Μετά ζήτησε από το Υπουργικό Συμβούλιο την προέγκριση νόμου που θα πρόβλεπε πως «ουδείς Έλλην καθίσταται πλουσιότερος εκ του πολέμου». Η πρόταση αυτή δεν θα υλοποιηθεί ποτέ.
Μόλις έγινε γνωστή η κήρυξη του πολέμου εξόριστοι πολιτικοί επιστρέφουν με την άδεια της κυβέρνησης στην Αθήνα. Μόνο τους κομμουνιστές κρατά το καθεστώς έγκλειστους, παρά την εκφρασμένη επιθυμία τους να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή. Όσοι από αυτούς δεν κατάφεραν να δραπετεύσουν από τα ξερονήσια και τις φυλακές με την κατάρρευση του Μετώπου θα παραδοθούν στους κατακτητές και οι περισσότεροι θα εκτελεστούν σε αντίποινα για την αντιστασιακή δράση κατά των στρατευμάτων κατοχής.
Στις απογευματινές ώρες της 28 Οκτώβρη 1940 εξεδόθη το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου. «Αι Ιταλικά στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από τας 5.30 σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».
Ο Πρόεδρος Ρούζβελτ το βράδυ της 28ης Οκτώβρη σε ομιλία του στη Νέα Υόρκη εκφράζει τη θλίψη του για την Ιταλική επίθεση στην Ελλάδα. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ σε τηλεγράφημά του στον Μεταξά δηλώνει: «Θα σας παράσχωμεν όλην την δυνατήν βοήθειαν μαχόμενοι εναντίον κοινού εχθρού και θα μοιρασθώμεν την κοινήν νίκην».
Η Ελλάδα υστερούσε έναντι του αντιπάλου της τόσο αριθμητικώς, όσο και σε στρατιωτικά μέσα. Ήταν σχεδόν ανοχύρωτη προς την πλευρά της Αλβανίας και ασθενής ως προς τις στρατιωτικές δυνάμεις που θα μπορούσε να διαθέσει για καλύτερη άμυνα. Ο Μεταξάς είχε περιοριστεί στη λήψη στοιχειωδών μέτρων άμυνας στα ελληνοαλβανικά σύνορα, θέλοντας να αποφύγει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να γίνει η αφορμή ιταλικής επέμβασης. Εκτιμούσε δε ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μακρόχρονη κινητοποίηση με επιστράτευση δέκα ηλικιών που ήθελε ο Παπάγος. Μη περιμένοντας εξάλλου απειλή από την πλευρά των ελληνοτουρκικών και των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων, περιόρισε τις προσπάθειές του στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα όπου κατασκεύασε την περίφημη Γραμμή Μεταξά για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης ελληνοβουλγαρικής σύρραξης, μόνη της ή σε συνδυασμό με ελληνοϊταλική μέσω Αλβανίας.
Την παραμονή της 28 Οκτώβρη ο ελληνικός στρατός υπό την αρχιστρατηγία του Αλέξανδρου Παπάγου ήταν δύο Μεραρχίες και μερικά τάγματα συνολικής δύναμης 35.000 ανδρών. Οι ιταλικές δυνάμεις κατά την έναρξη του πολέμου υπό τις διαταγές του στρατηγού Βισκόντι Πράσκα ανήρχοντο στους 135.000 άνδρες. Έτσι στη πρώτη φάση του ελληνοϊταλικού πολέμου οι ελληνικές δυνάμεις υποχωρούν συμπτυσσόμενες, μέχρι να ολοκληρωθεί η σε εξέλιξη επιστράτευση που χρειαζόταν τουλάχιστον 15 μέρες. Η γενική αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων σε όλο το Αλβανικό Μέτωπο άρχισε στις 14 Νοέμβρη.
Στις 22 Νοέμβρη τμήματα του Γ Σώματος Στρατού μπαίνουν στη Κορυτσά την οποία είχαν εκκενώσει οι Ιταλοί. Είναι η πρώτη μεγάλη ελληνική νίκη. Η πόλη θα μείνει υπό ελληνική διοίκηση ως τις 12 Απρίλη 1941. Κατά την διάρκεια της μάχης για την κατάληψή της χρειάστηκε όμως να αντικατασταθούν διοικήσεις μονάδων για ανεπάρκεια, ενώ τουφεκίστηκαν δέκα στρατιώτες. Χαρακτηριστικό πάντως του κλίματος που υπήρχε στα ανώτατα κλιμάκια που είχαν την ευθύνη του πολέμου είναι το εξής περιστατικό. Λίγες μέρες μετά την κατάληψη της Κορυτσάς στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» όπου είναι εγκατεστημένο το Γενικό Στρατηγείο, συντρώγουν ο Μεταξάς με τον βασιλιά Γεώργιο Β`.
Σε διπλανό τραπέζι είναι ο Παπάγος. «Αλέκου αρχιστρατηγούντος έπεσε η Κορυτσά, λέει κάποια στιγμή ο δικτάτορας στον βασιλιά. Ο Γεώργιος χαμογέλασε συγκαταβατικά. Το ειρωνικό αυτό σχόλιο απηχούσε ευρύτερη κριτική σε βάρος του Παπάγου, επειδή την ώρα του Αγώνα παρέμενε στην Αθήνα, αρκούμενος σε σποραδικές επισκέψεις στο Μέτωπο. Επίσης απηχούσε τόσο τα αισθήματα του Μεταξά ο οποίος διόλου δεν συμπαθούσε τον αρχιστράτηγο, όσο και τα ανάλογα προς αυτόν αισθήματα του βασιλιά, αν και ο Παπάγος είχε πρωταγωνιστήσει στο πραξικόπημα για την επάνοδο στο θρόνοι της Δυναστείας των Γλίξμπουργκ. Παρόλα αυτά ο Παπάγος παρέμεινε βασιλόφρων μέχρι τον θάνατό του, ακόμα και όταν ήλθε σε ρήξη με τον Παύλο, λόγω της Φρειδερίκης.
Στις 30 Νοέμβρη καταλαμβάνεται το Πόγραδετς. Στις 5 Δεκέμβρη η Πρεμετή. Την επομένη οι Άγιοι Σαράντα. Οι Ιταλοί υποχωρούν βαλλόμενοι από ελληνικά τμήματα προς την Χειμάρα. Εγκαταλείπουν τα περί το Αργυρόκαστρο οχυρά. Στις 7 Δεκέμβρη καταλαμβάνεται το Δέλβινο. Στις 8 Δεκέμβρη ελληνικός στρατός μπαίνει στο Αργυρόκαστρο. Στις 22 Δεκέμβρη χωρίς αντίσταση καταλαμβάνεται η Χειμάρα. Την προηγούμενη τμήμα Χωροφυλακής είχε καταλάβει τη Σπηλιά, το επίνειο της πόλης. Στις 10 Γενάρη, μετά από διήμερες σκληρές μάχες καταλαμβάνεται ο κόμβος της Κλεισούρας. Στις 22 Γενάρη ελληνικές δυνάμεις διαβαίνουν το ποταμό Αψο και καταλαμβάνουν ολοκληρωτικά την κορυφογραμμή Γαρονίν – Σπαντάριτ. Στο τέλος του Γενάρη του 1941 οι Έλληνες κατείχαν την γραμμή από Χειμάρα μέχρι Κλεισούρα και ανατολικά της Τρεμπεσίνας.
Τον αρχιστράτηγο των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία Βισκόντι Πράσκα είχε ήδη μετά τις πρώτες ιταλικές αποτυχίες αντικαταστήσει ο Ουμπάλντο Σοντού. Ο νέος αρχιστράτηγος είχε δηλώσει ότι προετοιμάζει «με ήρεμη αποφασιστικότητα την κατάληψη της Ελλάδος». Λίγο αργότερα θα παραχωρήσει τη θέση του στον αρχηγό του Ιταλικού γενικού Επιτελείου Ούγκο Καβαλλέρο. Τρεις αρχιστράτηγοι σε δύο μήνες πολέμου. ΟΙ Γερμανοί αρχίζουν να ανησυχούν.
Στις 3 Γενάρη ο στρατηγός Γκουτζόνι, βοηθός του αρχηγού του Ιταλικού Γενικού Επιτελείου, ζητά από τον στρατιωτικό ακόλουθο στη Ρώμη, στρατηγό Εννο φον Ρίντελεν, ορισμένες γερμανικές μονάδες για λόγους ασφαλείας. Στις 11 Γενάρη ο φον Ρίντελεν επιθεωρεί το Μέτωπο και κινδυνεύει να συλληφθεί αιχμάλωτος από τους Έλληνες που καταλαμβάνουν τη Κλεισούρα. Οι διαπιστώσεις του είναι δραματικές για τις ιταλικές δυνάμεις όπου βλέπει άνδρες εξαντλημένους με χαμηλό ηθικό, έλλειψη τροφίμων και πυρομαχικών, κατάρρευση των υπηρεσιών. Οι Γερμανοί αποφασίζουν να επέμβουν. Ο Χίτλερ διατάσσει την προετοιμασία επίθεσης εναντίον της Ελλάδας. Η «Επιχείρηση Μαρίτα», προβλέπει δυόμισι μεραρχίες για την περίσταση έκτακτης ανάγκης. Ακολουθεί νέα επιχείρηση. Η «Επιχείρηση Μενεξές».
Στις 14 Γενάρη 1941 Γερμανοί αξιωματικοί υπό τον συνταγματάρχη Γιόντλ, αδελφό του Αρχηγού του ιδιαίτερου επιτελείου του Χίτλερ φτάνουν στη Αλβανία και μελετούν επιτόπου την κατάσταση. Ο φον Ρίντελεν εμφανίζεται στο στρατηγείο του Χίτλερ απογοητευμένος από όσα διαπίστωσε. Ο στρατηγός φον Πάουλους ενδιαφέρεται προσωπικά.
Το ενδεχόμενο γερμανικής επέμβασης η ελληνική πλευρά το αντιμετώπιζε από τότε που η άμυνα στην ιταλική εισβολή είχε μετατραπεί σε ελληνική επίθεση. Η εκτίμηση της ελληνικής ηγεσίας ήταν πως η δυσμενής για τους Ιταλούς έκβαση της υπόθεσης δεν θα άφηνε μέχρι το τέλος αδιάφορους τους συμμάχους τους. Άλλωστε, όσο και αν τυπικά η βρετανική βοήθεια θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στην αντιμετώπιση της ιταλικής επίθεσης, δεν έπαυε στην ουσία κάθε ανάμιξη των βρετανών να θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των γερμανών στην περιοχή. Στους πρώτους
μήνες η βρετανική βοήθεια είχε περιοριστεί στην αεροπορική συνδρομή, τα μεταφορικά μέσα, τη ναυτική συμπαράσταση και τις οικονομικές πιστώσεις. Από την αρχή όμως του 1941 μπήκε το ζήτημα της ενεργότερης βρετανικής συμμετοχής στον πόλεμο.
Η Βρετανία μπορούσε να διαθέσει δύο ή τρεις μεραρχίες και μικρή αεροπορική προστασία εντός διμήνου, χρόνου αναγκαίου για την προπαρασκευή της απόβασης στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς έκρινε ότι η ενίσχυση αυτή ήταν ανεπαρκής και ότι οι δυνάμεις αυτές αν και δεν θα βοηθούσαν ουσιαστικά τους έλληνες, θα έδιναν όμως το πρόσχημα στους γερμανούς να επέμβουν. Έτσι απέρριψε την πρόταση άμεσης μεταφοράς βρετανικών δυνάμεων. Για την απόφασή του αυτή ενημερώθηκε η Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση η οποία με τη σειρά της ενημέρωσε τους Γερμανούς. Γεγονός που καταρρίπτει το γερμανικό επιχείρημα πως επετέθησαν εναντίον της Ελλάδας για να εκδιώξουν τους βρετανούς, αφού γνώριζαν πως βρετανική απόβαση αποκλειόταν, εκτός εάν γερμανικά στρατεύματα έμπαιναν στη Βουλγαρία. Όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα η βρετανική βοήθεια είχε μόνο πολιτική σημασία. Η Βρετανία ήθελε να φανεί συνεπής στις προς την Ελλάδα υποχρεώσεις της και στις εγγυήσεις που είχε δώσει, αποβλέποντας όμως τελικά στη Μάχη της Κρήτης, ο δε Μεταξάς δεχόταν παρουσία βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα μόνο όταν γερμανικά στρατεύματα έμπαιναν στη Βουλγαρία.
Ο Μεταξάς πέθανε στις 29 Γενάρη 1941. Μέχρι το τέλος της ζωής του έμεινε πιστός στην άποψη που είχε εκφράσει στον ναύαρχο Σακελαρίου: «Η θέση μας είναι να μείνωμεν σταθερώς παρά το πλευρόν της Αγγλίας. Παρά τα γνωστά ελαττώματά των οι Άγγλοι, παρά τις οχλήσεις που μας κάνουν δια τας χρηματικάς μαζί των διαφοράς, μόνον με την Αγγλίαν, εμείς, τα μικρά κράτη, μπορούμε να ευημερήσωμεν, έστω κι αν καμία φορά μας πετούν στον δρόμον. Με τους Γερμανούς κανένας λαός δεν μπορεί να ζήσει. Είτε ως σύμμαχοι, είτε ως εχθροί, αν πέσωμεν στα χέρια τους θα μας γδάρουν, θα μας κλωτσήσουν και ούτε αναπνοήν δεν θα μας αφήσουν να πάρωμεν! Συνεπώς όχι μόνον θα μείνωμεν σταθερώς με τους Άγγλους, αλλά πρέπει να κάμωμεν κάθε δυνατή προσπάθεια δια να χωνέψουν και αυτοί καλά ότι ημείς θα σταθούμε μέχρι τέλους εις το πλευρόν των, οποιαδήποτε και αν είναι η έκβασις του πολέμου».
Μετά τον θάνατο του μεταξά ο βασιλιάς επέλεξε για πρωθυπουργό τον διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Αλέξανδρο Κοριζή. Η επιλογή αυτή αποδίδεται από πολλούς σε εισήγηση των Ι. Διάκου και Κ. Μανιαδάκη, στενών συνεργατών του αποβιώσαντα δικτάτορα, που επηρέαζαν πιο πολύ από κάθε άλλο συνεργάτη του. Με τον θάνατο του Μεταξά θα είναι ουσιαστικά τα μόνα στηρίγματα του Γεωργίου Β` ο οποίος συχνά κατέφευγε σε αυτούς για συμβουλές και πολιτικές εκτιμήσεις.
Στις 17 Φλεβάρη και ενώ ήδη οι ελληνικές δυνάμεις από το τέλος Γενάρη είχαν απωθήσει τους Ιταλούς σε βάθος 30 έως 50 χιλιομέτρων στο αλβανικό έδαφος, υπογράφτηκε το Βουλγαροτουρκικό σύμφωνο, με το οποίο οι δύο χώρες αναλάμβαναν την υποχρέωση να απόσχουν από κάθε μεταξύ τους επίθεση και να έχουν φιλικές και εμπορικές σχέσεις. Ήταν πιά φανερό πως η Τουρκία παρέκαμπτε το Ελληνοτουρκικό σύμφωνο, την ώρα μάλιστα που οι ελληνικές δυνάμεις στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη ήταν ήδη εξασθενημένες λόγω των μετακινήσεων μονάδων προς το Αλβανικό Μέτωπο. Παρ` όλα αυτά οι βρετανοί ελπίζουν πως μπορούν να προσεταιριστούν στην συμμαχία τους, τους Τούρκους. Ταυτόχρονα διαβεβαίωναν τους Γιουγκοσλάβους ότι θα τους βοηθούσαν με όσες δυνάμεις διέθεταν.
Στις 11 Φλεβάρη ο Τσώρτσιλ τηλεγραφεί στον στρατηγό Ουέιβελ: «Οι πρώτες μας σκέψεις πρέπει να είναι για τη σύμμαχό μας την Ελλάδα, η οποία πολεμά τόσο καλά. Εάν η Ελλάς υποταγεί ή αναγκαστεί να συνάψει χωριστή ειρήνη με την Ιταλία, παρέχουσα στους Γερμανούς αεροπορικές και ναυτικές βάσεις εναντίον μας, ο αντίκτυπος στην Τουρκία θα είναι πολύ δυσμενής. Αντιθέτως, εάν η Ελλάς, με βρετανική βοήθεια μπορέσει να συγκρατήσει για μερικούς μήνες την γερμανική προέλαση, οι πιθανότητες να επέμβει η Τουρκία αυξάνονται. Συνεπώς πρέπει να είμαστε σε θέση να διαθέσουμε στην Ελλάδα ένα τμήμα του στρατού μας που τώρα προστατεύει την Αίγυπτο και να προγραμματίσουμε την ενίσχυσή του με άνδρες και εφόδια στο ανώτατο δυνατό όριο».
Μέχρι το τέλος Φλεβάρη είχαν μεταφερθεί στην Αλβανία 10 νέες ιταλικές μεραρχίες. Ο Μουσολίνι παρακολουθούσε προσωπικά την προετοιμασία των ιταλικών δυνάμεων. Διέταξε την πλαισίωση του ιταλικού στρατού με τα μαχητικότερα φασιστικά στελέχη και τόνισε πως και υπουργοί ακόμα πρέπει να επανέλθουν στον στρατό και να πολεμήσουν στο Αλβανικό Μέτωπο. Έτσι πήγαν στην Αλβανία σαν αξιωματικοί οι υπουργοί Μπατάι, Παβολίνι, Ρικάρντι, Ρίτσι, Γκόρλα, Φαρινάτσι, Τζιανέττι, ακόμα και ο Τσιάνο. Ο ίδιος ο Μουσολίνι θα διευθύνει την επίθεση της Primavera. Στις 2 Μάρτη 1941 πιλοτάρει προσωπικά το αεροπλάνο από το Μπάρι προς το Τίρανα, όπου τον υποδέχονται ο αρχιστράτηγος Ούγκο Καβαλλέρο και οι άλλοι Ιταλοί στρατηγοί.
Η εαρινή επίθεση εκδηλώνεται στις 9 Μάρτη. Άρχισε με σφοδρή προπαρασκευή πυροβολικού και ισχυρότατη δράση της αεροπορίας. Την επόμενη μέρα οι επιθέσεις επανελήφθησαν κυρίως προς το τμήμα της Τρεμπεσίνας. Στα άλλα τμήματα του Μετώπου εκδηλώθηκαν τοπικές επιθέσεις. Παντού οι ελληνικές δυνάμεις απέκρουσαν τις ιταλικές επιθέσεις.
Στις 11 Μάρτη οι Ιταλοί επεχείρησαν ισχυρή επίθεση μεταξύ των ποταμών Αώου και Αψού. Νέες μεραρχίες πήραν μέρος και η προπαρασκευή πυροβολικού ήταν σφοδρή. Τη νύχτα της 11ης προς 12 Μάρτη η επίθεση εκδηλώθηκε στην περιοχή της Τρεμπεσίνας. Οι μεγάλες απώλειες που υπέστησαν οι ιταλοί ανέκοψαν την προσπάθειά τους. Επιτέθηκαν πάλι ενισχυμένοι με νέες δυνάμεις στις 13 Μάρτη. Και αυτή η επίθεση αποκρούστηκε με μεγάλες απώλειες από την μεριά των ιταλών. Τη νύχτα όμως της 13 προς 14 Μάρτη άρχισε νέα σφοδρή επίθεση σε όλο το Μέτωπο, χωρίς όμως επιτυχία. Το πρωί της 14ης Μάρτη οι ιταλοί συνεχίζουν να επιτίθενται χωρίς αποτέλεσμα. Στις 15 Μάρτη περιορίζουν τις επιθετικές τους ενέργειες και στις 16 και 17 αρκούνται στη δράση πυροβολικού. Στις 18 Μάρτη εξαπολύουν επτά συνεχόμενες επιθέσεις που αποκρούονται παντού με σημαντικές απώλειες των ιταλικών δυνάμεων. Τα ίδια επαναλαμβάνονται στις 19 Μάρτη στη ζώνη Τρεμπεσίνας. Στις δύο επόμενες μέρες περιορίζονται σε δράση πυροβολικού και αεροπορίας. Νέα ανεπιτυχή επίθεση τη νύχτα της 21ης προς 22 Μάρτη. Μεσολαβεί περίοδος δράσης μόνο του πυροβολικού και τοπικών επιθέσεων που αποκρούονται από τους έλληνες και τη νύχτα της 23 προς 24 Μάρτη γίνονται δύο ισχυρές επιθέσεις που αντιμετωπίζονται με μάχη σώμα προς σώμα, με τη ξιφολόγχη και με χειροβομβίδες. Στις 25 Μάρτη, μέρα της ελληνικής εθνικής εορτής, μετά από σφοδρή δράση του πυροβολικού και της αεροπορίας εξαπολύεται η τελευταία ιταλική επίθεση σε όλο το Μέτωπο, η οποία αποκρούεται παντού με μεγάλες εκ μέρους των ιταλών απώλειες.
Αυτό ήταν το τέλος της μεγάλης εαρινής ιταλικής επίθεσης που σήμανε ουσιαστικά το τέλος του Ελληνοϊταλικού πολέμου και υπήρξε προσωπική ήττα του Μουσολίνι. Τετρακόσια αεροπλάνα και ισάριθμα πυροβόλα υποστήριξαν την από τον Μουσολίνι προσωπικά επιβλεπόμενη επίθεση. Οι πρώτες έξη μέρες υπήρξαν κόλαση πυρός. Ο ιταλός δικτάτορας που είχε στηρίξει πολλές ελπίδες στην επίθεση της Primavera εγκατέλειψε απογοητευμένος τα Τίρανα στις 20 Μάρτη. Χίλιοι διακόσιοι νεκροί αξιωματικοί και οπλίτες και 4.000 ήταν οι ελληνικές απώλειες στις 15 μέρες της εαρινής επίθεσης στις οποίες οι ιταλοί είχαν 12.000 νεκρούς και τραυματίες.
Στις 25 Μάρτη, μέρα που έληγε η εναντίον της Ελλάδας εαρινή ιταλική επίθεση, η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση υπέγραφε την προσχώρηση της χώρας στο Τριμερές Σύμφωνο του Άξονα. Το αντάλλαγμα ήταν η προσάρτηση της Θεσσαλονίκης στην Γιουγκοσλαβία. Στις 27 Μάρτη ξεσπά κίνημα που ανατρέπει τον αντιβασιλιά και η χώρα περνά στο πλευρό των Συμμάχων. Ακολουθεί σφοδρή γερμανική επίθεση που δεν μπορούν να αναχαιτίσουν οι Γιουγκοσλάβοι.

28 Οκτωβρίου 1940 – Χρονικό: Η Γερμανική Επίθεση

Το πρωί της 6ης Απρίλη ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα πληροφορεί τον πρωθυπουργό ότι την ώρα αυτή επιδίδεται νότα στον Έλληνα πρέσβη στο Βερολίνο. Ο Γερμανικός στρατός ζητά να μπει στην Ελλάδα για να διώξει τους Βρετανούς. Ο Κοριζής απαντά πως η Ελλάδα δίνει και στη Γερμανία την απάντηση που είχε δώσει στους Ιταλούς: Θα αντισταθεί.
Στις 5.15 τα γερμανικά στρατεύματα που επιτίθενται από την Κομοτηνή ως το Τριεθνές, θα αντιμετωπιστούν από τις μικρές δυνάμεις προκαλύψεως.
Το πρωί της 9ης Απρίλη γερμανικές μονάδες αρμάτων μάχης μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης υπογράφτηκε στη 1 το μεσημέρι από τον Διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Μακεδονίας αντιστράτηγο Μπακόπουλο και από το γερμανό Διοικητή της Μεραρχίας Αρμάτων. Ακλούθησε διαταγή στις δυνάμεις που ήταν ανατολικά του Αξιού να καταθέσουν τα όπλα. Μέχρι το απόγευμα είχαν σταματήσει οι εχθροπραξίες σε όλο το Μέτωπο του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας.
Στις 16 Απρίλη ο υπαρχηγός του Επιτελείου του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου συνταγματάρχης Θ. Γρηγορόπουλος παρουσιάστηκε στον Αρχιστράτηγο Παπάγο και του έδωσε έκθεση και άλλα έγγραφα. Ο Παπάγος είπε ότι «αποτελεί ζήτημα τιμής να μην εγκαταλειφθούν οι Βρετανοί Σύμμαχοι υπό των Ελλήνων, εφόσον μάχονται επί ελληνικού εδάφους.
Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στα ανάκτορα Τατοΐου υπό την προεδρία του βασιλιά. Πήραν μέρος ο βρετανός πρέσβης, ο στρατηγός Ουίλσον, ο στρατηγός της αεροπορίας Ντ Αλμπιάκ, ο ναύαρχος Τερλ, ο Αλ. Παπάγος, ο στρατηγός Χέιγουντ και ο συνταγματάρχης Κιτριλάκης. Ο έλληνας Αρχιστράτηγος εξέθεσε τη τραγική κατάσταση της Στρατιάς Ηπείρου. Οι Βρετανοί είπαν ότι θα μπορούσαν να κρατήσουν τις Θερμοπύλες ως τις 6 Μάη, εφ` όσον τα ελληνικά στρατεύματα της Ηπείρου συνεχίσουν τον αγώνα. Η σύσκεψη έληξε χωρίς να ληφθεί κάποια απόφαση, ήταν όμως προφανές ότι οι Βρετανοί προετοίμαζαν το έδαφος για να ρίξουν τις ευθύνες στην ελληνική πλευρά.
Το μεσημέρι της ίδιας μέρας συνήλθε το Υπουργικό Συμβούλιο με την παρουσία του βασιλιά. Ο υφυπουργός Στρατιωτικών Ν. Παπαδήμας ανακοίνωσε τηλεγράφημα του διοικητού του Β` Σώματος υποστράτηγου Γ. Μπάκου που μεταξύ άλλων σημείωνε: «(…) Εξορκίζω Υμάς, εν ονόματι του Θεού, λάβετε άμεσον απόφασιν ίνα μη θρηνήσωμεν ερείπια άνευ προηγουμένου (…)». Οι συζητήσεις στο Υπουργικό Συμβούλιο δεν κατέληξαν πουθενά. Οι περισσότεροι υπουργοί εξέφρασαν την άποψη ότι η άμυνα πρέπει να συνεχιστεί. Ο υφυπουργός έκρινε πως μόνη διέξοδος είναι η αποχώρηση του βασιλιά και της κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός μετά Αλ. Κοριζής μετά το τέλος της συνεδρίασης πρότεινε στο βασιλιά να αναθέσει την κυβέρνηση σε άλλα πρόσωπα, περισσότερο δυναμικά. Ο Γεώργιος δήλωσε ότι θα το δεχτεί. Ακολούθησε συνεργασία του βασιλιά με τον πρωθυπουργό και τον υφυπουργό Δημόσιας Ασφάλειας, στην οποία παραβρέθηκε και ο διάδοχος Παύλος. Λίγο αργότερα έμεινα μόνοι ο βασιλιάς και ο πρωθυπουργός. Κανείς δεν γνωρίζει τι ειπώθηκε μεταξύ τους.
Ο Κοριζής βγήκε από το ιδιαίτερο γραφείο του βασιλιά χλωμός. Χωρίς να πει λέξη σε κανένα πήρε το παλτό και το καπέλο του κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία» μπήκε στο αυτοκίνητό του πήγε στο σπίτι του, κλειδώθηκε στη κάμαρα του και αυτοκτόνησε με δύο σφαίρες στη καρδία.
Αμέσως μετά την βιαστική αναχώρηση του πρωθυπουργού ο βασιλιάς φώναξε τον Διάκο και κάτι του είπε στο αυτί. Αυτός πήγε τρέχοντας στο σπίτι του Κοριζή, όπου έφτασε την στιγμή που ακούστηκαν οι πυροβολισμοί της αυτοκτονίας του. Επέστρεψε στο ξενοδοχείο όπου είπε την είδης στους παριστάμενους υπουργούς. Ο βασιλιάς φανερά ταραγμένος είπε απαντώντας σε ερωτήσεις των υπουργών πως δεν είπε τίποτα που θα έπρεπε να κακοφανεί στον Κοριζή. Ξαφνικά αυτός σηκώθηκε, του φίλησε το χέρι και είπε ότι θα πάει στο σπίτι του για υπόθεσή του.
Στις 6.30 το απόγευμα της 18ης Απρίλη ο βασιλιάς έδωσε στον υπουργό Διοικήσεως Πρωτευούσης Κώστα Κοτζία την εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση. Αυτός κατέθεσε την εντολή τις πρωινές ώρες της επομένης. Ακολούθως εκλήθησαν αλληλοδιαδόχως οι Θ. Μανέτας, Στ. Γονατάς και Α. Μαζαράκης. Ο τελευταίος προς στιγμή δέχτηκε την εντολή και άρχισε να ψάχνει για υπουργούς. Δέχτηκαν ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Κ. Βαρβαρέσσος, ο τέως πρέσβης στη Ρώμη Ι. Πολίτης, ο Θ. Μανέτας με τον όρο να μην συμμετέχει στη κυβέρνηση ο Μανιαδάκης, για τον οποίο όμως επέμενε ο βασιλιάς με την προτροπή όπως έλεγε των Άγγλων. Επίσης δέχτηκαν ο Δ. Μπότσαρης και ο Παπαφράγκος. Ο Μαζαράκης υπέδειξε στον βασιλιά να καλέσει και να ζητήσει την γνώμη πολιτικών προσώπων όπως του Καφαντάρη, του Παπαναστασίου, του Γονατά και άλλων. Ο βασιλιάς χωρίς να φέρει βασικές αντιρρήσεις δεν το έκανε με το πρόσχημα πως εκείνη την ώρα προέχει να καταρτιστεί κυβέρνηση. Οι υποψήφιου υπουργοί αποφασίστηκε να συνέλθουν την επόμενη 20 Απρίλη, Κυριακή του Πάσχα για να πάρουν τελικές αποφάσεις. Οι πέντε προαναφερόμενοι όντως συναντήθηκαν την επομένη μέρα. Τότε ο Θ. Μανέτας έθεσε το θέμα αν με δεδομένη την απελπιστική κατάσταση και την αδυναμία τόσο της Ελλάδας, όσο και των Άγγλων να την βελτιώσουν, υπήρχε λόγος συγκρότησης κυβέρνησης. Αυτή την άποψη δέχτηκε και ο Βαρβαρέσσος και στη συνέχεια οι υπόλοιποι. Όταν δε ήρθε ο βασιλιάς του ανακοίνωσαν τις σκέψεις τους.
Μετά την εξέλιξη αυτή ο βασιλιάς αναλαμβάνει ο ίδιος την πρωθυπουργία με αντιπρόεδρο και υπουργό Ναυτικών τον ναύαρχο Α. Σακελαρίου και υπουργό Οικονομικών τον και Εξωτερικών τον Εμμανουήλ Τσουδερό. Την άλλη μέρα η πρωθυπουργία ανατίθεται στον Τσουδερό και αυτός είναι ο τελευταίος πρωθυπουργός της ελεύθερης ακόμα Ελλάδας. Στις 22 Απρίλη ο βασιλιάς και η κυβέρνηση σου θα αναχωρήσουν για τη Κρήτη. Στην Αθήνα παρέμεινε ο Α. Σακελαρίου για την τήρηση της τάξης.
Σχετικά με την πρωθυπουργοποίησή του ο Τσουδερός θα πει αργότερα στον βιογράφο του Ηλ. Βενέζη: «Ένα μήνα περίπου πριν είχα παρακληθεί από τον Κωνσταντίνον Μελάν να παραστώ εις πνευματιστικήν συνεδρίαν, κατά την οποίαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα μου ωμιλούσε από το Υπερπέραν. Έλαβα μέρος εις την συνεδρίασιν, εις την οποίαν παρίστατο, πλην του Κ. Μελά και ένας καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου και η μεσάζουσα Δώρα Κασσιανίδου. Επεκοινώνουν με την μέθοδο της planchette. Μετά την κεκανονισμένην προσευχήν, που γίνεται στην αρχή της συνεδριάσεως, η οδηγός εκάλεσε τον Ελευθέριον Βενιζέλον, ο οποίος ήλθε και μου προανήγγειλε ότι λίαν προσεχώς, ύστερα από εθνικάς συμφοράς που προσεγγίζουν, θα εκαλούμην εις την Αρχήν και με συνεβούλευσε να μη διστάσω να αναλάβω. Μου έδιδε την υπόσχεσιν ότι θα με εβοήθει εις το δύσκολον αυτό έργον μου. Επηκολούθησε, εις τας επομένας ημέρας, και δεύτερη και τρίτη επικοινωνία, κατά τας οποίας, πλην του Ελευθερίου Βενιζέλου, προσήλθαν ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο πατήρ μου και άλλοι, οι οποίοι με συνεβούλευσαν όπως και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο πατήρ μου και ο Ελευθέριος Βενιζέλος επροχώρησαν να μου είπουν (ακριβέστερον να γράψουν), επί ερωτήσει μου, το τι έπρεπε να είπω προς τον λαόν, όταν θ` ανελάμβανα Κυβερνήτης. Περί των συνεδριάσεων αυτών υπάρχουν πρακτικά. Αυτά με παρεκίνησαν να καθίσω και να ετοιμάσω τον λόγον, τον οποίον εξεφώνησα αργότερα, μόλις ανέλαβα την πρωθυπουργίαν. Δεν δυσκολεύομαι να ομολογήσω ότι εις αυτόν το λόγον έχω παρμένα αρκετά από τα υπαγορευθέντα υπό των Υπερπέραν. Έτσι εξηγείται πως ήμουν έτοιμος να ομιλήσω εντός ολίγων ωρών, αφότου ανελάμβανα Πρόεδρος της Κυβερνήσεως».
Στο μεταξύ και ενώ ο βασιλιάς και η κυβέρνηση ετοιμάζονται να αναχωρήσουν για την Κρήτη, ο βρετανός πρέσβης Πάλαιρετ αξίωσε να υποχρεωθεί ο γερμανός πρέσβης και το προσωπικό της Γερμανικής Πρεσβείας, εν ανάγκη με τη βία, να ακολουθήσουν την κυβέρνηση στη Κρήτη. Να σημειωθεί ότι ο γερμανός πρέσβης και το προσωπικό της Πρεσβείας έπρεπε, κατά την διεθνή νομιμότητα, με την κήρυξη του πολέμου να είχε εγκαταλείψει την Αθήνα, όπως εξάλλου συνέβη και με τον έλληνα πρέσβη στο Βερολίνο. Εν τούτοις, διαρκούσης της γερμανικής εισβολής, ο πρέσβης παρέμενε στη Πρεσβεία, η οποία είχε μετατραπεί σε καταφύγιο γερμανών κατασκόπων. Ο γερμανός διπλωμάτης στην αρχή δεν έφερε αντίρρηση να ακολουθήσει την ελληνική κυβέρνηση. Στη συνέχεια όμως είπε πως αυτό θα το έκανε μόνο με την βία. Τότε οι έλληνες διπλωματικοί, εκτός εκείνων που επρόκειτο να φύγουν στο εξωτερικό, απείλησαν ότι αν ληφθεί οποιοδήποτε πιεστικό μέτρο κατά του γερμανού πρέσβη, θα παρητούντο ομαδικά. Ο βασιλιάς κάλεσε τον βρετανό πρέσβη και παρουσία του Τσουδερού του ανέλυσε την κατάσταση και του ζήτησε να δείξει κατανόηση…
Στις 20 Απρίλη ο διοικητής του Γ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου και οι διοικητές του Α Σώματος αντιστράτηγος Παναγιώτης Δεμέστιχας και του Β`Σώματος αντιστράτηγος Γεώργιος Μπάκος, σε συνεργασία με τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, αποφάσισαν να συνθηκολογήσουν με τους γερμανούς. Ο Παπάγος σε τηλεγράφημά του προς το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου κατήγγειλε την πρωτοβουλία του Τσολάκογλου σαν αντίθεση προς τα συμφέροντα της πατρίδας διέταξε την αντικατάσταση του και αγώνα «μέχρι εσχάτου ορίου δυνατοτήτων. Εν τούτοις το πρωτόκολλα της παράδοσης θα υπογραφεί στη Λάρισα στις 21 Απρίλη από τους Τσολάκογλου σαν διοικητή της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας και τον αρχηγό των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, στρατηγό Γκρέιτζεμπετγκ. Ο Τσολάκογλου αποδέχτηκε και την άνευ όρων παράδοση των ελληνικών δυνάμεων Ηπείρου στους Ιταλούς. Στις 23 Απρίλη υπογράφτηκε στη Θεσσαλονίκη και τρίτο πρωτόκολλο ,από τον γερμανό στρατάρχη Γιόντλ, τον ιταλό στρατηγό Φερρέρο και τον Τσολάκογλου. Αποτέλεσμα του τρίτου αυτού πρωτοκόλλου ήταν η συνθηκολόγηση των νικητών Ελλήνων στους ηττημένους Ιταλούς, που στις επόμενες μέρες θα αποκτήσουν πλήρη κυριαρχία στα Ιόνια νησιά. Με την πάροδο του χρόνου θα αντικαταστήσουν τους αποχωρούντες Γερμανούς, ενώ οι Βούλγαροι θα καταλάβουν την Μακεδονία και τη Θράκη.
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το "κάτι" που μένει...