Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

υπερπροσπάθεια

Ετυμολογία

υπερπροσπάθεια < υπερ- + προσπάθεια

Open book 01.svg Ουσιαστικό

υπερπροσπάθεια θηλυκό
  1. πολύ έντονη προσπάθεια, τόσο ώστε να εξαντλεί τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις αυτού που την καταβάλλει
****
Όπως τα λέει.
Έχω κάνει πολλές φορές στη ζωή μου, μα δυο, τόσο δυνατές μέσα σ' ένα 48ωρο και βάση του νέου κλονισμού υγείας που προέκυψε, είναι πολύ!

Σιγά - σιγά, χαλαρά, όσο μπόρεσα, όσο μπορέσω.

1

2

3

2 σχόλια:

  1. ...Περαστικά σου!!!!!!!!!!
    Θα περάσει κι αυτό... θα... σε εξαντλήσει, λίγο... μα θα περάσει!!!!!!!!
    Σίγουρα σε ΘΕΛΟΥΜΕ!!!

    Φιλί από ΝΥ, Υιώτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν κουράστηκες να λες, "περαστικά", Γιώτα μου;
    Μα, δεν κάθομαι και σ' ένα κρεβάτι, να πάρω τα πάνω μου!
    Άμα έχει αγκάθια ο πωπός... παιδεύεσαι!
    Τέλος πάντων, να περάσει κι αυτό, να βάλω κανένα κιλό, πριν με πάρει ο αέρας!
    Αντέχω, Γιώτα μου, φιλάκια, αντέξ' τε κι εσείς!
    Αμοιβαία η "θέληση"!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Το "κάτι" που μένει...