Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Ανόητοι Προβληματισμοί




(4001 προβολές σελίδας και μια εγώ 4002! Μέσα σε 2 μήνες! Δε θα ξαναδώ όμως εκείνη τη μέρα, μέρα, όχι μήνα, που μπήκαν 1500 άτομα, ξένοι οι περισσότεροι, να δουν φωτογραφίες Πηλίου! Χάος τα μπλογκ μου, όμως, θα βρω κάποια στιγμή την ανάρτηση που έχει σχόλια κι είχαν χαζέψει και οι Έλληνες!)

...Και τελικά κατάλαβα, πως δε χωρίζονται σε λευκώματα, οι ιντερνετικοί οι φίλοι!
(Παρεπιπτόντως, έχω και λευκώματα, κι εδώ, κι εδώ και παιχνίδια με τις λέξεις, κι εδώ!)
Δεν είναι τρόπος ν' αγαπάς και να τους ξεχωρίζεις, εδώ ο φίλος ο στενός, ο χιλιοδοκιμασμένος, εδώ ο άλλος ο μικρός, που 'ναι μεγαλωμένος, εδώ ο νέος ο καλός, ο χιλιοτραγουδισμένος, εκεί ο άλλος ο καλός ο χιλιοδιαβασμένος, εδώ ο κλόουν ο καλός, ο πιο καλός ηθοποιός, ο χιλιοκουρασμένος!
Εδώ είναι η πόρτα ανοιχτή, έχει διαφανή σκεπή, κι αν ξεχωρίσεις και χάδι δώσεις, ανά επάγγελμα, ανά είδηση και συγκυρία, ανά επείγοντα κι ημερομηνία, ένα είναι σίγουρο, επακολουθεί, "αιμοραγία"!
Είτε από δω, είτε από κει, ίδια θα είναι η πληγή! Εδώ χαρά, εκεί ξυνή, αξιαγάπητη ή μισητή, μία η λύση: "Διακοπή"!
Φίλος τον φίλο τάραξε ή με χαρά ή λύπη, δεν είναι ανάγκη να το δουν, όμως, όλα τα πλήθη!
Άρα, πού καταλήγουμε, καλέ μου εαυτέ μου, πες μου εσύ να ξέρω, γιατί προέκυψε ο κακός και όλο υποφέρω!
Έκλεισες τα παράθυρα, εκείνα, φάτσα ήλιο, σε τύφλωσαν οι αχτίδες του και έπιασες σκιά. Μα η σκιά είν' δροσερή, όχι όμως για πολύ! Φέρνει σκιές στο πρόσωπο και ρίγος στο κορμί, άργησες, μα κατάλαβες, δε ξεχωρίζεται η ζωή, ούτε η κάθε σου στιγμή!
Γιατί: Ένας χαϊδεύει την ψυχή, άλλος χαϊδεύει το αυτί, άλλος χαϊδεύει το θεριό και άλλος, μόνο, το "εγώ".
Θε μου, πώς έμπλεξα έτσι εγώ;
Δεν είναι πάρτυ η ζωή, κυρίως η ιντερνετική, για να τους πεις: Περάστε! Θά 'ρθουν αυτοί που κάλεσες, αγάπησες και δέθηκες, θά 'ρθουν όμως και άγνωστοι, ίσως ξένοι, μακρινοί, θά 'ρθουν και οι καρνάβαλοι, με μάσκες για καπέλο, θα σου κρατήσουν συντροφιά, θα θρέψουν την καρδιά σου, μα φεύγοντας θ' αποδειχτεί, πως κλέψαν τα όνειρά σου!
Κι έτσι αποδεικνύεται, ο φίλος ήταν φίλη, ο πιο στενός σου συγγενής, ένα μεγάλο "φίδι", ο κύριος που είχες στα ψηλά, ήταν για τα υπόγεια, κι ο άλλος όπου σκεύρωσε, χρειάζονταν γαλόνια!
Ώ, εαυτέ, αποφάσισε, τι τελικά, θα κάνεις!Μας ζάλισες τον έρωτα, με τρέχεις και δεν φτάνεις! Οι "φίλοι" σε ξεχώρισαν, πριν απ' τις δοκιμές σου, δε νοιάζονται αν κόλλησες, σε λάθος σκαλοπάτι!Για κείνους ήταν εύκολο, να σου βγάλουνε το μάτι. Τραβούν μπροστά, όλοι μαζί, δεμένοι σαν ομάδα, βιάζονται για τα αγνάντεμα, εκείνο στην ταράτσα! Δε νοιάζονται αν έχει κάγκελα, αν έχει γκρεμούς ή λίμνες, μόν' νοιάζονται για πέταγμα, πέρα εις τους αιθέρες! Αληθινούς ή ψεύτικους, δεν έχει σημασία. Μ' αυτό ταίζουν την ψυχή, κι έτσι αντέχουν τη ζωή.
Κι εσύ, εδώ, σκοτίζεσαι και κατεβάζεις βδέλες, κοιτώντας ημερολόγια, μετράς, χαμένες μέρες!
Δεν είναι λάικ η ζωή, για σένα και για λίγους, μα είναι λάικ και ντάχτιριντι, σε πολλούς, απ' τους υπολοίπους!Εσύ δε στέκεις, δε κολλάς, χαλάς και την καρδιά σου, μείνε λοιπόν στο πάτωμα, να ζήσεις τα δικά σου!

Ε, μα!
Κυριακή πρωί, πίνοντας καφέ, πάντα, στα γρήγορα! Ώρα 10:53 Πάω για "πέταγμα" στους αιθέρες, στα ίσια και στα ξόφαλτσα, κι ότι πάρω, νοιώσω ή μάθω, να θυμάμαι, πάντα των άλλων, θά 'ναι! Γιατί απ' το τζάμι όταν κοιτάς, εικόνες μακρινές θα δεις, εσύ θα είσαι απ' έξω. Μα είν' δική σου επιλογή, αν σε τραβάει η εικόνα, εκεί, μαζί τους να βρεθείς, έστω για λίγο ή πολύ, αξίζει, δεν αξίζει, δεν έχει νόημα ο προβληματισμός, δεν είναι δα, και θέμα!
Έτσι κι αλλιώς, μεγάλωσες, σαν όλα να ήταν ψέμα!

Και δεν πίνω, σκέψου και να έπινα όλη νύχτα!

11:22 Έχω γυρίσει προ πολλού, ακόμα κι απ' το μπαλκόνι!
Φυσσάει αέρας, καθαρός, τα ρούχα θα στεγνώσουν, τσάκα τσάκα!
Χόρευαν "φίλοι" στα ψηλά, για χάζεμα οι φιγούρες, δεν ήταν όμως συμβατά, με τις δικές μου σβούρες! Άλλη στιγμή, πιο ζωντανή, που θά ν' γεμάτη η πίστα, τότε που δε θα βλέπουνε, αν εσύ έσπασες στο πρόσωπο, κι άλλη μια ρυτίδα!

Υγ. Αν ποτέ μου την δώσει και το βγάλω στη δημοσιά, μη ξεχάσω να ευχαριστήσω κι εκείνον τον Κινέζο, που όπως δείχνει ο μετρητής, μα κάθε μέρα μπαίνει, κι ούτε εγώ φαντάζομαι, κούκος μέσ' την σελίδα μου, τι μπορεί να καταλαβαίνει!
Κι αν όμως είναι Έλληνας, που η ξενητειά μας έχει πάρει, θέλω να του πω, τιμή, για με, αυτή του, η όλη, χάρη!
Νά 'ναι καλά, όπου βρίσκεται, καρδιάς τα χαιρετίσματα!

"Δεν είναι αγάπη ν' αγαπάς
είναι να σ' αγαπούνε
να κάνεις αλλονών καρδιές
για σένα, να χτυπούνε!"

Αυτό είναι στίχος και μάλιστα κλεμμένος!
"Κατάλαβες, πο'λί μου;"
Κι αυτό κλεμμένο!
Και τι έμεινε, τελικά, να πούμε εμείς, αφού μάς προλάβαν άλλοι;
Έλα μου, ντε!
"Ιδού η απορία!"
*

* Έτσι, έτσι!
12:20! Αγάπη πού 'γινες δίκοπο μαχαίρι, κάποτε μού 'δινες, μονάχα τη χαρά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το "κάτι" που μένει...