Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Ποίηση Γιάννη Τσίγκρα

Η ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Κι έτσι όπως τα κείμενα μικραίνουν ολοένα,
κάποτε θα'χουμε μια άλλη λογοτεχνία.
Τη στιγμή, μέσα σε μια λευκή
σελίδα, τη στιγμή μέσα στην αιωνιότητα,τη Στιγμή
που,
κατά τον Søren Kierkegaard ,
είναι η ίδια η αιωνιότητα.
 
***
 
ΘΕΜΑ ΓΟΥΣΤΟΥ
Κάποτε,έγραφαν σε μεγάλα ωραία κάδρα, την ιστορία
της οικογένειας και την αναρτούσαν στους τοίχους.
Αιώνιες γιαγιάδες κι άγνωστες εξαδέλφες, ένα πανέμορφο
ασπρόμαυρο, κάτω απ'την καρυδιά του χωριού, παππούδες
με βράκες, συνάξεις σε γάμους και γιορτές,
βέβαια
χάνονται όλα
σε μετακομίσεις, άλλωστε δεν είναι τα πρόσωπα
όσον ο χρόνος, που ζωντάνευαν
ω καιροί, ω ήθη,
αντί του Μανωλάκη, που φτερούγισε
στο θανατικό του 1917,ο Ματίς, αντί του μπάρμπα Τσικλάνη,
αυτός που προείδε το θάνατό του- ημερομηνία ακριβής,
πέντε μήνες πριν το ανακοίνωσε-ο Γύζης,
χάνεται η Ιστορία των τοίχων,
βγαίνεις έξω ν'αναπνεύσεις,
πέφτεις πάνω στα πολύχρωμα, προστακτικά γκράφιτις
"τίποτε"
λες,
"το αληθές είναι θέμα γούστου".
 
***
 
ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΒΟΛΟΥΣ
Εδώ τον ακούω να γυροφέρνει στα τρία οικοδομικά τετράγωνα
του Συνοικισμού Αναπήρων Πολέμου,σιδερόφρακτος και δορυφόρος,
καλπάζει τα βράδια,
οι άνθρωποι χάνονται και οι ηδύοπνοοι κήποι,
τα ονόματα και οι προθέσεις-

και γιατί το δίκαιο των παιγνιδιών με τους βόλους, να γίνεται απώλεια
και γιατί ν'αλλάζει, τόσον εύκολα, ο χάρτης του νυχτερινού θόλου;
Χριστέ μου, κάθισε κι απόψε στο μαξιλάρι των πονεμένων.....
 
****
 
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ
Δεν είναι ποίηση αυτή, καστανόχωμα είναι για τα λουλούδια,
κι οι λεξισμοί ηχούν σαν μακρινοί δρυοκολάπτες,
θα προτιμούσα τα επαγγελματικά μοιρολόγια άλλων εποχών
τις κατάρες της Χαζοφταλιώς, όταν δεν της δίναμε το πενταράκι
που επίμονα ζητούσε, τα σκουπίδια της αυλής της-από
κονσερβοκούτια μέχρι πλαστικά, τρύπια ποτιστήρια -
το κιτσαριό των χρωμάτων στις πολυκατοικίες
Κασσαβέτη με Αναλήψεως,αν είναι
να κυνηγήσουμε το παράδοξο,ας το κάνουμε
με κομψότητα,οι λέξεις μας γαβγίζουν σαν τα αδέσποτα
μιας άδειας πολιτείας, Ντάλτον και Σαλοκατίνες, τα σχήματά μας,
παλιατζήδες καταντήσαμε των ουρανών και μη μου πείτε
"να μιλάτε για πάρτη σας",θα σας απαντήσω ότι εγώ δε τραβώ
τις λέξεις απ' τα έντερά τους, κι αν αγόραζα ένα δοχείο νυχτός
για τον κήπο μου, θα'γραφα απ' έξω το μποσταντζόγλειο
"σε συγχωρώ δια τα κακά που μου έχεις κάνει ".
 
****
 
ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΥΝ ΔΥΣΚΟΛΑ
Κι όταν οι άλλοι έφευγαν,εγώ προσευχόμουν-
τα ταξίδια
είναι πάντα περίπλοκα και ξεκλειδώνουν δύσκολα,
όπως τα όνειρα που πολυκαίρισαν,
κι οι πεταλούδες όταν βγαίνουν από το καλοκαίρι.
Πέρασε η εποχή που τρέχαμε πίσω από τα ποδήλατα,
ερέβη έγιναν οι τοίχοι με τα γιασεμιά.

Θεέ μου,δώσε να τελειώσουμε,λουσμένοι από το φως.
 
****
 
ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΣΩΘΟΥΜΕ, ΑΣ ΣΩΘΟΥΜΕ ΟΛΟΙ
Ζητώ ένα κομμάτι πολύτιμης σαλότητας,
να ψάξω, εντός του, για το ακατανόητο ουσιώδες,
να προσκυνήσω τους Αγίους που το ζουν.
Γέμισε ο κόσμος λίθινα μενίρ, μόσχους από χρυσάφι,
κάναμε τον ωφελιμισμό φιλοσοφία μας, τη χρησιμοθηρία-
η μελέτη θανάτου δεν μας λέει τίποτε πια.
Ας κρατήσουμε ένα κεράκι αναμμένο,
μια λάμπα στην άκρη του ζόφου,
κι ας κυνηγούμε τη σαλότητα, όπως άλλοι τα κύμβαλά τους.
Αν είναι να σωθούμε,ας σωθούμε όλοι.
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το "κάτι" που μένει...