"Μ’ όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ, ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει." (Γιάννης Ρίτσος)
ΘΕΜΑΤΑ
- Ειδήσεις (228)
- Μουσική (193)
- Και που λες... Στιγμές (188)
- Βιβλίο (142)
- Πίστη (118)
- Στιγμές (74)
- Ζαγορά (73)
- Ιστορία (73)
- Ποίηση (55)
- Πήλιο (54)
- Διάφορα (45)
- Υγεία (43)
- Εκδηλώσεις (38)
- "Αι υπηρέτριαι" (35)
- Μάννα (27)
- Θέατρο (25)
- Νίκος Διαμαντάκος (24)
- Άρθρα (18)
- Χαμόγελο (18)
- Φωτεινή Αποστόλου (12)
- ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ - ΠΡΟΕΚΥΨΕ (11)
- Ζώα (11)
- Σχολείο (8)
- You tube (7)
- Πορτραίτα (3)
- 2021 (2)
- Ελλάδα (2)
- αγέρι Hotel (2)
- Facebook (1)
- SOS (1)
- WatsApp (1)
- Έναρξη blog (1)
- Αλήθειες (1)
- Ανάγκη (1)
- Απρίλης (1)
- Βενιζέλος (1)
- Βόλος (1)
- Γηροκομείο Βόλου (1)
- Γιάννης Τσίγκρας (1)
- Γιώτας (1)
- Κατασκοπεία (1)
- Κοροναϊός (1)
- ΛΕΥΚΩΜΑ (1)
- Οι κορυφαίες στιγμές της επιστήμης για το 2014 (1)
- Πρόταση (1)
- Σοφά (1)
- Τσιπάκι (1)
- Χάκερ (1)
- Χελώνα (1)
- Χιούμορ (1)
- κ.λ.π. (1)
- φιλότιμο 2015 (1)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019
Σάββατο 21 Ιουλίου 2018
ΚΙ επειδή ο τίτλος δεν "θέλει" να καθίσει:
*****
πηγή
***
ΚΙ επειδή ο τίτλος δεν "θέλει" να καθίσει:
Το ποίημα του Σεφέρη που ερμήνευσε ο Μπιθικώτσης και η παρεξήγηση για μία άνω τελεία. Η περιπέτεια με το σημείο στίξης σ' ένα τραγούδι που γνώρισε τεράστια επιτυχία.
***
ΚΙ επειδή ο τίτλος δεν "θέλει" να καθίσει:
Το ποίημα του Σεφέρη που ερμήνευσε ο Μπιθικώτσης και η παρεξήγηση για μία άνω τελεία. Η περιπέτεια με το σημείο στίξης σ' ένα τραγούδι που γνώρισε τεράστια επιτυχία.
Σάββατο 21 Απριλίου 2018
Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014
Η Κατερίνα Γώγου με τα μάτια της κόρης
Η Κατερίνα Γώγου με τα μάτια της κόρης
Αυτοαναφορική, σπαρακτικά ειλικρινής, διπλά παρούσα αν και απούσα
(μένει στο Λέτσε πια) η κόρη της Κατερίνας Γώγου και του Παύλου Τάσιου,
όπως επιμένουν να την αποκαλούν, η Μυρτώ Τάσιου, όπως διεκδίκησε
ποιητικά και εικαστικά για να σταθεί, δίνει το στίγμα της, όπως
συνηθίζει, άμεσα, πρωτοπρόσωπα στην πρώτη της ποιητική συλλογή:
«Γεννήθηκα στις 10 Οκτωβρίου 1967. Μητέρα μου είναι η Κατερίνα Γώγου, ηθοποιός και ποιήτρια.Πατέρας μου είναι ο Παύλος Τάσιος, σκηνοθέτης. Και οι δυο πέθαναν νέοι. Οταν ήμουν μικρή, πήγα στη Σχολή Μοντεσόρι και μετά έβγαλα μια καλών τεχνών, γιατί είχα πάθος με τη ζωγραφική. Μετά ειδικεύτηκα στη βυζαντινή τέχνη. Αρχισα να δουλεύω με τον Μιχάλη Αγγελιδάκη.
Στο μεταξύ έκανε μπαμ η επιτυχία της Κατερίνας. Δυστυχώς, έφερε αντίθετα αποτελέσματα. Αρχισε να πίνει και να αυτοκαταστρέφεται με όλους τους τρόπους. Ενιωθα ενοχές που δεν μπορούσα να τη βοηθήσω και μπλέχτηκα κι εγώ μέσα. Ο πατέρας μου με παρακολουθούσε διακριτικά. Μου έκανε την πρόταση να πάω στην κοινότητα Saman στο Πελέρμο κι εγώ δέχτηκα.
Εναν χρόνο μετά τον θάνατο της Κατερίνας άρχισα να παίρνω τα πάνω μου. Ξανάρχισα να ζωγραφίζω και να γράφω. Εβλεπα το μέλλον μου με διαφορετικό τρόπο. Ολες οι αναμνήσεις έγιναν πεταλούδες, πέρασαν. Είκοσι χρόνια πέταξαν. Το μόνο που ζητάω είναι να ζήσω ελεύθερη χρωματιστά».

«Εναν
χρόνο μετά τον θάνατο της Κατερίνας άρχισα να παίρνω τα πάνω μου.
Ξανάρχισα να ζωγραφίζω και να γράφω. Εβλεπα το μέλλον μου με διαφορετικό
τρόπο. Ολες οι αναμνήσεις έγιναν πεταλούδες, πέρασαν. Είκοσι χρόνια
πέταξαν. Το μόνο που ζητάω είναι να ζήσω ελεύθερη χρωματιστά», λέει η
Μυρτώ.
Λατρεύει ποίηση και ζωγραφική

«Η Αλίκη δε μένει πια εδώ» είναι η πρώτη ποιητική προσπάθεια της Μυρτώς Τάσιου στα βήματα της μητέρας της.

«Μαζί
με τον σύζυγό μου δουλεύουμε σε εκκλησίες, συντηρούμε εικόνες και
φτιάχνω και εικόνες δικές μου, με τον δικό μου τρόπο», λέει η Μυρτώ
Τάσιου (κάποια έργα της).
Νοσταλγία
«Θυμάμαι με θλίψη όλα εκείνα που έχασα από την Ελλάδα»
Αναγνωρίζει πως ναι «η τέχνη είναι η διαχείριση της απώλειας». Περιγράφει με ενθουσιασμό τη ζωή της: «Ξέρεις, κάνω συντήρηση έργων τέχνης εδώ. Μαζί με τον σύζυγό μου δουλεύουμε σε εκκλησίες, συντηρούμε εικόνες και φτιάχνω και εικόνες δικές μου, με τον δικό μου τρόπο. Εχουμε ένα μικρό εργαστήρι εδώ στο χωριό. Μας φωνάζουν και φτιάχνουμε εκκλησίες. Τα ποιήματα βγαίνουν όταν στενοχωριέμαι, όποτε είμαι πιεσμένη, τότε γράφω».
Την πονά η Ελλάδα, αλλά «η νοσταλγία ναι, είναι ένα αίσθημα. Ομως, με θλίψη θυμάμαι. Με θλίψη όλα εκείνα που έχασα από την Ελλάδα. Εχασα τα καλύτερά μου χρόνια. Αργησα να σωθώ». Το ότι σώθηκε «ναι, υπήρξε δική της απόφαση. Αποκλειστικά».
Αγαπημένος ζωγράφος της είναι «ο Βαν Γκογκ», αγαπημένος ποιητής «ο Παζολίνι», αγαπημένο χρώμα της «είναι το κόκκινο»: «Ναι, το χρώμα μου είναι το κόκκινο, το χρώμα της χαράς. Ξέρεις, είμαι σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα, ο σύζυγός μου ψαρεύει, τρώμε φρέσκο ψαράκι συνέχεια, εδώ είναι οι γάτες, το εργαστήρι, ένας χαμός! Το Σάββατο θα ανέβουμε στο Ουντζέντο γιατί θέλουμε να κάνουμε εικόνες», επαναλαμβάνει και επιμένει «να έρθεις! Εδώ έχουμε σπίτι μεγάλο, θα το χαρούμε πολύ».
Θα τη ρωτήσω στο τέλος, θέλω δεν θέλω, αγιογραφίες κάνει, για το ποια θέση έχει στη ζωή της το θείο, ας το πει όπως θέλει, ο Θεός: «Είναι μία δύναμη που μου δίνει τροφή, έμπνευση. Ναι, έμπνευση. Και πιστεύω».
Σε λίγες μέρες θα στείλει τους δικούς της αγγέλους. Μπορεί «η Αλίκη να μην μένει πια εδώ», αλλά η Μυρτώ είναι δίπλα στη θάλασσα, γράφει και ζωγραφίζει και είναι πιο καλά από ποτέ!
ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
πηγή
ΦΡΑΚΤΑΛ - όλοι εσείς, που γράφετε...
«Βρισκόμαστε σε ένα φράκταλ, αποτελείτε κι εσείς μέρος ενός φράκταλ, μια κίνησή σας μπορεί να μετατρέψει αυτό το φράκταλ, αγαπητέ κύριε Πεταλούδα, γι’ αυτό πρέπει να κουνάτε τα φτερά σας όπως πρέπει», γράφει ο Αντόνιο Ταμπούκι στις «Τρεις ασήμαντες ιστορίες χωρίς συμπέρασμα».
Αλλά εσείς, όλοι εσείς, που γράφετε (ποίηση, μουσική, αφήγημα, ζωή, σκέψεις, εικόνες) μπορείτε ΕΔΩ να κουνάτε τα φτερά σας ΟΠΩΣ σας αρέσει. Γιατί το fractal είναι ακριβώς αυτό: ελευθερία και έκφραση. Εμείς που έχουμε εσάς!
Το αποτέλεσμα; Ποιος νοιάζεται αλήθεια για το αποτέλεσμα; Στην κάθε κίνηση υπάρχει και ένα αποτέλεσμα.
Το αποτέλεσμα: Η έρημος Σαχάρα στον κόκκο της άμμου στο στρίφωμα της Μαντάμ Μποβαρύ.
Στείλτε τη δική σας συμμετοχή στο info@fractalart.gr (μαζί με ένα σύντομο βιογραφικό σας έως 40 λέξεις)
πηγή
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014
Το πνεύμα των Χριστουγέννων είναι η αγάπη!..
Γαβριλης Ιστικοπουλος μαζί με Dionisis Leimonis και 135 ακόμη
Αφιερωμένο σε όλες και όλους τους φίλους αυτού του προφίλ.
Αγαπημένοι μου, φίλες και φίλοι... Φίλε ποιητή...
Το πνεύμα των Χριστουγέννων είναι η αγάπη!...
Έτσι είναι... Ανεξάρτητα από το πως και τι πιστεύει ο καθένας μας,
η αγάπη πάντα θα στέκεται υπεράνω θρησκειών, δογμάτων και προκαταλήψεων, όμως...
Αγαπημένοι μου, φίλες και φίλοι... Φίλε ποιητή...
Το πνεύμα των Χριστουγέννων είναι η αγάπη!...
Έτσι είναι... Ανεξάρτητα από το πως και τι πιστεύει ο καθένας μας,
η αγάπη πάντα θα στέκεται υπεράνω θρησκειών, δογμάτων και προκαταλήψεων, όμως...
Τι να το κάνεις;
Τι να το κάνεις το πνεύμα ποιητή,
πως να τη νιώσεις την αγάπη
αν δεν ανοίγει στα δύο τον βράχο,
αν δεν απλώνει το χέρι στη ζωή
τη στιγμή που καίγεται η καρδιά,
αν δεν αυτοπυρπολείται
στο πρώτο χάδι του έρωτα,
αν δεν γυρίζει ανάποδα τον χαμό
να ξεπροβάλλει η ελπίδα;
Τι να το κάνεις το πνεύμα ποιητή,
τι να ζητήσεις από την αγάπη
αν κρύβει την αστραπή στο βλέμμα,
αν δεν ανεβάζει εκείνο το άρωμα
του φρεσκοκαμμένου μπαρουτιού
καθώς ζυμώνεις την αγωνία σου
τρίβοντας τα φύλλα της καρδιάς
ανάμεσα στις ροζιασμένες παλάμες
της μεγάλης σου προσδοκίας;
Τι να το κάνεις το πνεύμα ποιητή
αν κάθε που σε φωνάζει η ζωή,
εσύ λουφάζεις σαν κυνηγημένος
στα λαγούμια της ανυπαρξίας,
αφήνοντας στους καταφρονεμένους
το ισχνό κεράκι του ονείρου τους
να δοκιμάζεται βάναυσα
απ τους πολεμοκάπηλους της ζωής
και της πραγματικής ελευθερίας;
Τι να το κάνεις το πνεύμα ποιητή
χωρίς το ζεστό χάδι της αγάπης;
Γαβρίλης Ιστικόπουλος / Από τη συλλογή ''Συνομιλίες''.
24 - 12 - 2014 / Καλημέρα Σας............Καλές γιορτές με όλη μου την αγάπη!
Τι να το κάνεις το πνεύμα ποιητή,
πως να τη νιώσεις την αγάπη
αν δεν ανοίγει στα δύο τον βράχο,
αν δεν απλώνει το χέρι στη ζωή
τη στιγμή που καίγεται η καρδιά,
αν δεν αυτοπυρπολείται
στο πρώτο χάδι του έρωτα,
αν δεν γυρίζει ανάποδα τον χαμό
να ξεπροβάλλει η ελπίδα;
Τι να το κάνεις το πνεύμα ποιητή,
τι να ζητήσεις από την αγάπη
αν κρύβει την αστραπή στο βλέμμα,
αν δεν ανεβάζει εκείνο το άρωμα
του φρεσκοκαμμένου μπαρουτιού
καθώς ζυμώνεις την αγωνία σου
τρίβοντας τα φύλλα της καρδιάς
ανάμεσα στις ροζιασμένες παλάμες
της μεγάλης σου προσδοκίας;
Τι να το κάνεις το πνεύμα ποιητή
αν κάθε που σε φωνάζει η ζωή,
εσύ λουφάζεις σαν κυνηγημένος
στα λαγούμια της ανυπαρξίας,
αφήνοντας στους καταφρονεμένους
το ισχνό κεράκι του ονείρου τους
να δοκιμάζεται βάναυσα
απ τους πολεμοκάπηλους της ζωής
και της πραγματικής ελευθερίας;
Τι να το κάνεις το πνεύμα ποιητή
χωρίς το ζεστό χάδι της αγάπης;
Γαβρίλης Ιστικόπουλος / Από τη συλλογή ''Συνομιλίες''.
24 - 12 - 2014 / Καλημέρα Σας............Καλές γιορτές με όλη μου την αγάπη!
«Κοίτα να προφτάσεις τον καιρό»
«Κοίτα να προφτάσεις τον καιρό»
Γράφει η Αγγελική Κώττη //

Πολύ καλά έκανε ο Δήμος Αθηναίων και έδωσε το όνομα του Μένη Κουμανταρέα στην Δημοτική Αγορά Κυψέλης.
Θα είχε μάλιστα κάνει καλύτερα αν την είχε αφήσει όπως ήταν πριν από μερικά χρόνια, με τα μαγαζιά της να έχουν μετατραπεί σε φυτώρια γνώσης και τέχνης. Αν δεν είχε, τουτέστιν, παρέμβει για να εξώσει τα «κινήματα» και να κλείσει τα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια. Εκείνη η λειτουργία της, θα ήταν πολύ πιο κοντά σε ό,τι ο Μένης Κουμανταρέας αντιπροσώπευε, στη διαλλακτικότητα, την ανεκτικότητα, τον σεβασμό του Άλλου. Στην ανθρωπιά, την τρυφερότητα και την ευγένεια. Όχι σαν κάτι άλλες και άλλους που ζητάν παγκάκια «καθαρά» από μετανάστες και από «ιπτάμενους αναρχικούς» για να καθίσουν μόνοι.
Ο κύριος Κουμανταρέας (κύριος, κι ας έχει απολέσει κάθε ιδιότητα ως νεκρός) αγαπούσε την Κυψέλη όπως ήταν από τότε που τη γνώρισε κι από τότε που την προτίμησε για τόπο κατοικίας, δηλαδή εδώ και δεκαετίες. Δεν τον ενοχλούσε όμως η εξέλιξή της, που της έδινε νέα ζωντάνια και νέο προφίλ κάθε φορά. Τουναντίον. Του άρεσε πολύ. Η μεγαλύτερη απόδειξη είναι το ότι ποτέ δεν μετακόμισε, αλλά και το ότι έκανε παρέα με ανθρώπους από πολλές χώρες και από πολλές ηλικίες. Γιατί ήταν Αληθινός.
Έκανε λοιπόν καλά ο δήμος και πριν ξεχάσουμε την αποδημία του συγγραφέα παρά δήμον ονείρων, έδωσε το ακριβό του όνομα σε ένα τοπόσημο της συνοικίας. Μένει και να στολίσει το τοπόσημο αυτό με χρήσεις που να βοηθούν στην ανάπτυξη της πνευματικότητας, ώστε να έχει ολοκληρωθεί η πρωτοβουλία σωστά. Και, φυσικά, να διατηρήσει όσες χρήσεις συμβαδίζουν με μια γειτονιά ζωηρή και γεμάτη νέους με τις ελπίδες και με τα όνειρά τους που, δυστυχώς, συχνά διαψεύδονται.
Όμως το καθήκον ενός μητροπολιτικού δήμου, δεν σταματά εδώ. Η Αθήνα ευτύχησε να γεννήσει ποιητές και συγγραφείς, ή να τους φιλοξενήσει στους δρόμους της για δεκαετίες. Πέννες σημαντικές, ποιητές που έχουν τιμηθεί με Νόμπελ και με άλλα διεθνή βραβεία, πεζογράφους που έμειναν στην ιστορία της λογοτεχνίας με χρυσά γράμματα, διανοητές εξαίρετους. Τον Γιώργο Σεφέρη, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Κώστα Βάρναλη, τον Μίλτο Σαχτούρη, τον Νίκο Καρούζο, τον Τίτο Πατρίκιο, τη Μαρία Πολυδούρη. Τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Τον Άγγελο Τερζάκη. Τον Μ. Καραγάτση, τη Διδώ Σωτηρίου, την Έλλη Παππά, τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, τον Τ. Κ. Παπατσώνη. Τόσους και τόσους ακόμα.
Η πρωτεύουσα έχει χιλιάδες δρόμους, τον καθένα με τη δική του ιστορία. Άλλους με αρχαία ονόματα, άλλους με ονόματα ηρώων, και άλλους με ονόματα νησιών, αγίων, βουνών, ποταμών, πατριαρχών, κυβερνητών, αυτοκρατόρων, φιλελλήνων και πάει λέγοντας. Ψάχνω, αλλά δεν βρίσκω κανένα καλό λόγο που μια φούχτα από αυτούς δεν μετονομάζονται σε οδούς Σεφέρη, Ρίτσου, Λειβαδίτη, Παλαμά, Παπαδιαμάντη, Σωτηρίου, Παππά. Μια πόλη που αξιώθηκε να περπατήσουν στους δρόμους της τέτοια πνευματικά μεγέθη, πώς αρέσκεται να κρατά τα αδιάφορα ονόματα μερικών από αυτούς και να μην τους δίνει νέα, τιμώντας, κυρίως τον εαυτό της;
πηγή
Ποίηση Ελένης Γκίκα
Η Ελένη Γκίκα κοινοποίησε τη φωτογραφία του χρήστη ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ.
8 ώρες ·
βράδυ Χριστούγεννα όταν όλοι και όλα επιστρέφουν...
7.Η ζωντανή φωνή ενός νεκρού άντρα
Πέθανε! Πάρε το απόφαση!
Της το επαναλάμβανε αυτό κάθε μέρα.
Κι ως ένα σημείο το καταλάβαινε’
Πέθανε, έλεγε.
Κάθε που του τηλεφωνούσε
και δεν της απαντούσε.
Απ’ το νεκρό τηλέφωνο το καταλάβαινε.
Κι απ’ τα ερμητικά σφραγισμένα παντζούρια.
Καθόλου φως πια
κι ούτε τα χέρια του
το είχε πάρει, έλεγε, απόφαση.
Αλλά κάθε νύχτα ξανάκουγε
τη ζωντανή φωνή του στην κασέτα.
Τη ζωντανή φωνή ενός νεκρού άντρα.
Πέθανε! Πάρε το απόφαση!
Της το επαναλάμβανε αυτό κάθε μέρα.
Κι ως ένα σημείο το καταλάβαινε’
Πέθανε, έλεγε.
Κάθε που του τηλεφωνούσε
και δεν της απαντούσε.
Απ’ το νεκρό τηλέφωνο το καταλάβαινε.
Κι απ’ τα ερμητικά σφραγισμένα παντζούρια.
Καθόλου φως πια
κι ούτε τα χέρια του
το είχε πάρει, έλεγε, απόφαση.
Αλλά κάθε νύχτα ξανάκουγε
τη ζωντανή φωνή του στην κασέτα.
Τη ζωντανή φωνή ενός νεκρού άντρα.
Παρασκευή 21 Ιουλίου 2006
ALS, 3η ημέρα στις Εκατό Χουρμαδιές
8. Στο σπίτι μου που δεν είναι σπίτι μου
«Θα ρθείτε μέσα στο σπίτι μου
Άλλωστε δεν είναι σπίτι μου
Δεν ξέρω τίνος είναι
Μπήκα τυχαία μια μέρα
Δεν ήταν κανείς».
Στο σπίτι μου που δεν είναι σπίτι μου
θα ‘ρθεις
θα μείνεις γυμνός
ευάλωτος κι άτρωτος
όπως τότε δικός μου
Καθόλου δεν θα μιλάς
Μόνο θα με κοιτάζεις
Αργότερα
Θα με αγγίζει με τ’ ακροδάχτυλα
σαν θνητός,
όχι σαν φάντασμα.
Εγώ θα διαλυθώ
στο αστρικό σύμπαν
κι εσύ θα έρθεις εδώ
στο σπίτι μου
που δεν είναι σπίτι μου
γυμνός όλο αφή και σάρκα
όπως και τότε.
Αν χρειαστεί,
ορκίσου,
θα την κάνουμε
κι αυτή την ανταλλαγή,
κι ας με χαϊδεύεις
μόνο με τα μάτια σου
Όμως
Εσύ
Θέλω
Να επανέλθεις
Όπως πριν.
Κι ας χάνομαι εγώ
Στο σπίτι
Που δεν είναι πια σπίτι μου
Εγώ κι Εσύ
Με όποια μορφή.
Κυριακή 23 Ιουλίου, 2006
ALS, Εκατό Χουρμαδιές,
ημέρα 5η
υγ. ανακατεύοντας τα παλιά χειρόγραφα, ξεκίνησαν σαν "σοκολάτες" (θα τις έκοβα λέει) συνέχισαν ως "το παιχνίδι με τις μάσκες" για να καταλήξουν "εν ύπνω" στα προσεχώς (μ' αρέσουν τα ποιήματα ξεχασμένα στο συρτάρι με ημερομηνίες που συγκρατούν τον χρόνο, αν τον συγκρατούν...)
ALS, 3η ημέρα στις Εκατό Χουρμαδιές
8. Στο σπίτι μου που δεν είναι σπίτι μου
«Θα ρθείτε μέσα στο σπίτι μου
Άλλωστε δεν είναι σπίτι μου
Δεν ξέρω τίνος είναι
Μπήκα τυχαία μια μέρα
Δεν ήταν κανείς».
Στο σπίτι μου που δεν είναι σπίτι μου
θα ‘ρθεις
θα μείνεις γυμνός
ευάλωτος κι άτρωτος
όπως τότε δικός μου
Καθόλου δεν θα μιλάς
Μόνο θα με κοιτάζεις
Αργότερα
Θα με αγγίζει με τ’ ακροδάχτυλα
σαν θνητός,
όχι σαν φάντασμα.
Εγώ θα διαλυθώ
στο αστρικό σύμπαν
κι εσύ θα έρθεις εδώ
στο σπίτι μου
που δεν είναι σπίτι μου
γυμνός όλο αφή και σάρκα
όπως και τότε.
Αν χρειαστεί,
ορκίσου,
θα την κάνουμε
κι αυτή την ανταλλαγή,
κι ας με χαϊδεύεις
μόνο με τα μάτια σου
Όμως
Εσύ
Θέλω
Να επανέλθεις
Όπως πριν.
Κι ας χάνομαι εγώ
Στο σπίτι
Που δεν είναι πια σπίτι μου
Εγώ κι Εσύ
Με όποια μορφή.
Κυριακή 23 Ιουλίου, 2006
ALS, Εκατό Χουρμαδιές,
ημέρα 5η
υγ. ανακατεύοντας τα παλιά χειρόγραφα, ξεκίνησαν σαν "σοκολάτες" (θα τις έκοβα λέει) συνέχισαν ως "το παιχνίδι με τις μάσκες" για να καταλήξουν "εν ύπνω" στα προσεχώς (μ' αρέσουν τα ποιήματα ξεχασμένα στο συρτάρι με ημερομηνίες που συγκρατούν τον χρόνο, αν τον συγκρατούν...)
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014
ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ
ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ
Η λέξη "νύχτα" αδειάζει από φωνήεντα και σύμφωνα,
μένει μόνο του το, συμπαγές, αρχαίο σκοτάδι,
υπάρχουμε κι εμείς
κι απομακρυνόμαστε,
ποιος φεύγει
ποιος μένει,
μικρή σημασία έχει,
Η λέξη "νύχτα" αδειάζει από φωνήεντα και σύμφωνα,
μένει μόνο του το, συμπαγές, αρχαίο σκοτάδι,
υπάρχουμε κι εμείς
κι απομακρυνόμαστε,
ποιος φεύγει
ποιος μένει,
μικρή σημασία έχει,
τα παιδιά κρεμούν τις τελευταίες φωνές στους φράχτες,
υπήρξαμε κάποτε κι εμείς παιδιά,
δεν μας έμαθε κανείς
ότι θα'ρθει ένα βράδυ αποχωρισμού,δεν το σκεφτήκαμε
οι ίδιοι, ώσπου μας το ψιθύρισε η ίδια η Άτροπος,
τροχίζοντας τα ψαλίδια της
αλλά,μερικές φορές,είναι αργά,πολύ αργά
ν'αλλάξεις ο,τιδήποτε
υπήρξαμε κάποτε κι εμείς παιδιά,
δεν μας έμαθε κανείς
ότι θα'ρθει ένα βράδυ αποχωρισμού,δεν το σκεφτήκαμε
οι ίδιοι, ώσπου μας το ψιθύρισε η ίδια η Άτροπος,
τροχίζοντας τα ψαλίδια της
αλλά,μερικές φορές,είναι αργά,πολύ αργά
ν'αλλάξεις ο,τιδήποτε
Γιάννης Ρίτσος - ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ - ΚΕΔΡΟΣ
Γιάννης Ρίτσος - ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ - ΚΕΔΡΟΣ
Κυκλοφορούν τη Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου σε ένα τόμο οι τρεις σειρές από τις "Μαρτυρίες" του Γιάννη Ρίτσου.
Είμαι πολύ χαρούμενη για τούτο, γιατί τη συλλογή ο ποιητής την είχε αφιερώσει στη γυναίκα του και μέσα υπάρχουν μερικά από τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα.
Είμαι πολύ χαρούμενη για τούτο, γιατί τη συλλογή ο ποιητής την είχε αφιερώσει στη γυναίκα του και μέσα υπάρχουν μερικά από τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα.
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014
Ο Μάνος Ελευθερίου στο Προσωπικά - 10 Βιβλία
Ο Μάνος Ελευθερίου στο Προσωπικά,
ΕΔΩ! (ολόκληρη η εκπομπή)
Αγαπημένος!
***
ΚΑΙ,
Παράλληλα γράφει και εικονογραφεί παραμύθια για παιδιά και φροντίζει για την έκδοση λευκωμάτων με θέμα τη Σύρο, την ιδιαίτερη πατρίδα του: («Ενθύμιον Σύρας», «Θέατρο στην Ερμούπολη.» κ.α). Η δεκαετία του ‘90 τον βρίσκει να αρθρογραφεί και να κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές στον Αθήνα 9,84 και στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Το 1994 παρουσιάζει την πρώτη -και μέχρι σήμερα τελευταία - νουβέλα του, με τίτλο Το άγγιγμα του χρόνου και δέκα χρόνια αργότερα δημοσιεύει το μυθιστόρημα «Ο Καιρός των Χρυσανθέμων, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του 2005.

ΕΔΩ! (ολόκληρη η εκπομπή)
Αγαπημένος!
***
ΚΑΙ,
Τα 10 καλύτερα βιβλία για τον συγγραφέα Μάνο Ελευθερίου
Τι καλύτερο από το να ζητήσεις τη γνώμη ενός συγγραφέα όταν πρόκειται να διαλέξεις ένα βιβλίο.
Ποια βιβλία ξεχωρίζει ο συγγραφέας Μάνος Ελευθερίου; Ας δούμε τι απάντησε όταν ρωτήθηκε σχετικά.
1. Oιδίποδες, Σοφοκλής
2. Άμλετ, Oυίλιαμ Σαίξπηρ
3. Έγκλημα και τιμωρία, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
4. Μια εποχή στην κόλαση, Αρθούρος Ρεμπό
5. Μπουβάρ και Πεκισέ, Γκιστάβ Φλομπέρ
6. Ποιήματα, Διονύσιος Σολωμός
7. Η δίκη, Φραντς Κάφκα
8. Καθώς ψυχορραγώ, Oυίλιαμ Φόκνερ
9. Διηγήματα, Γεώργιος Βιζυηνός
10. Απομνημονεύματα, Μακρυγιάννης
Ο Μάνος Ελευθερίου (Ερμούπολη Σύρου, 12
Μαρτίου 1938) είναι Έλληνας ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος. Έχει
συγγράψει μέχρι τώρα εννέα ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μία νουβέλα,
δύο μυθιστορήματα, πάνω από 400 τραγούδια και έχει επιμεληθεί διάφορα
λευκώματα βασισμένα σε προσωπικές συλλογές του. Παράλληλα έχει εργαστεί
ως αρθογράφος, επιμελητής εκδόσεων, εικονογράφος και ραδιοφωνικός
παραγωγός.
Για το πρώτο του μυθιστόρημα, ο Καιρός
των Χρυσανθέμων, έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο
Λογοτεχνίας του 2005. Οι στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από όλους σχεδόν
τους διαπρεπείς Έλληνες συνθέτες. Έγινε γνωστός ως στιχουργός τη
δεκαετία του '70, συνεργαζόμενος με το Μίκη Θεοδωράκη(Λαϊκά: Το
παλληκάρι έχει καημό, Σ' αυτή τη γειτονιά, Πολιτεία
Γ & Δ), τον Δήμο Μούτση (Ο Άγιος Φεβρουάριος: Η σούστα πήγαινε
μπροστά, Άλλος για Χίο τράβηξε, Ο χάρος βγήκε παγανιά) και τον Γιάννη
Μαρκόπουλο (Θητεία: Μαλαματένια λόγια, Τα λόγια και τα χρόνια,
Παραπονεμένα λόγια). Αργότερα στίχοι του θα γίνουν τραγούδια από
τον Γιάννη Σπανό (Η μαρκίζα), τον Σταύρο Κουγιουμτζή (Ελέυθεροι κι
ωραίοι, Στα χρόνια της υπομονής), τον Θάνο Μικρούτσικο (Άμλετ της
Σελήνης, Δεν είμαι άλλος, Δίκοπη ζωή), τον Ηλία Ανδριόπουλο (Θα σε
ξανάβρω στους μπαξέδες) και τον Χρήστο Νικολόπουλο (Διαθήκη, Στων
αγγέλων τα μπουζούκια). Θεωρείται μάλιστα ένας από τους πιο
χαρακτηριστικούς εκφραστές του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε
στην Ερμούπολη της Σύρου. Το 1962, σε ηλικία μόλις 24 χρονών δημοσίευσε
την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός». Οι πρώτες του πεζογραφικές εμφανίσεις έγιναν με τα διηγήματα «Το διευθυντήριο» και «Η σφαγή» σε αυτοτελή βιβλία το 1964 και 1965. Ο ίδιος όμως σε συνέντευξή του έχει δηλώσει ότι τα έχει «αποκηρύξει σιωπηρά».
Εκείνη την εποχή είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να συναναστραφεί με
σημαντικές προσωπικότητες από διάφορους χώρους της τέχνης, όπως οι
μεγάλοι ζωγράφοι Τσαρούχης και Χατζηκυριάκος-Γκίκας.
Το 1964 πρωτοπαρουσιάστηκε στην ελληνική
δισκογραφία με τους στίχους των Ρημαγμένων Κήπων, που εμπιστεύθηκε στο
Χρήστο Λεοντή. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Θεοδωράκη στο
Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής. Ο συγγραφέας Φώντας Λάδης ήταν αυτός
που έδωσε στον μουσικοσυνθέτη τα δώδεκα τραγούδια που είχε γράψει ο
Ελευθερίου κατά τη διάρκεια της θητείας του -το «Τρένο Φεύγει στις
Οκτώ», τη «Νυχτερίδα» και τα υπόλοιπα. Λίγο καιρό πριν κυκλοφορήσει όμως
ο δίσκος, τους πρόλαβε η Δικτατορία. Τελικά τα τραγούδια κυκλοφόρησαν
το '70 στο εξωτερικό (Παρίσι). Κατόπιν ήρθε η συνεργασία με τον Δήμο
Μούτση και τον Άγιο Φεβρουάριο (1971) κι έπειτα η «Θητεία» με τον Γιάννη
Μαρκόπουλο. Η ηχογράφηση του δίσκου μάλιστα άρχισε το Νοέμβριο
του 1973, λίγες μέρες πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και ο δίσκος
κυκλοφόρησε τελικά στη Μεταπολίτευση, το Μάρτιο του 1974. Αργότερα
έρχεται η συνεργασία με τον Κουγιουμτζή και τον Νταλάρα. Στον δίσκο "Η
Ατέλειωτη Εκδρομή" του 1975 ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας μελοποιεί τρία
σπουδαία του ποιήματα του Ελευθερίου: Γνωριμία, Εκδρομή, Κιθάρες των
νερών.
Παράλληλα γράφει και εικονογραφεί παραμύθια για παιδιά και φροντίζει για την έκδοση λευκωμάτων με θέμα τη Σύρο, την ιδιαίτερη πατρίδα του: («Ενθύμιον Σύρας», «Θέατρο στην Ερμούπολη.» κ.α). Η δεκαετία του ‘90 τον βρίσκει να αρθρογραφεί και να κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές στον Αθήνα 9,84 και στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Το 1994 παρουσιάζει την πρώτη -και μέχρι σήμερα τελευταία - νουβέλα του, με τίτλο Το άγγιγμα του χρόνου και δέκα χρόνια αργότερα δημοσιεύει το μυθιστόρημα «Ο Καιρός των Χρυσανθέμων, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του 2005.
Κυρίαρχο θέμα του βιβλίου είναι το
θέατρο, είτε διαμέσου της κεντρικής ηρωίδας και μεγάλης πρωταγωνίστριας
Παρασκευοπούλου, είτε διαμέσου των υπολοίπων ηθοποιών αλλά και θεατρικών
συγγραφέων που εμφανίζονται στις σελίδες του. Ο Ελευθερίου θα το
χαρακτηρίσει θέατρο μέσα στο θέατρο, οι θεατές απλά θα το λατρέψουν και
οι κριτικοί θα του πλέξουν εγκώμια. Ως φυσική συνέχεια εκδίδεται το 2006
το δεύτερο μυθιστόρημά του, Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές, με θέμα τη
ζωή και τον θάνατο της μεγάλης Ελληνίδας ηθοποιού, Ελένης Παπαδάκη. Η
εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία και πάλι δεν είναι τυχαία. Ο
Ελευθερίου, κατά την προσφιλή τακτική του έχει δουλέψει εξονυχιστικά τα
βιβλία του: «Τα μυθιστορήματα με απασχόλησαν τα τελευταία 13 14 χρόνια. Έγραφα μέρα, νύχτα, δεν είδα διακοπές, δεν είδα γιορτές τίποτα». Εξάλλου, όπως έχει παραδεχθεί: «Ποτέ
δεν έγραψα κάτι, χωρίς να γίνουν μετά άπειρες αλλαγές. Ποτέ δεν έγραψα
μια πρόταση, χωρίς να κάτσω από πάνω της 100 και 200 φορές να την
ξαναδώ, με διαφορετική διάθεση, διαφορετική ώρα και μέρα. Το κοιτάζω, το
βλέπω, με αγανακτεί, το ξανακοιτάζω, το δέρνω, μένω εκεί. Αν δεις κάτι
που έχεις γράψει και σου αρέσει πολύ, τότε υπάρχει πρόβλημα. Φαίνονται
ξέρετε τα εύκολα πράγματα. Δεν τσιμπάει ο αναγνώστης».
Το 2007 εκδίδεται η συλλογή διηγημάτων «Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ» «Το
διήγημα, ως φόρμα είναι δυσκολότερο από ένα μικρό μυθιστόρημα. Πρέπει
να εξαντλήσεις όλη σου την τεχνική και να γράψεις μια ολοκληρωμένη,
συνοπτική ιστορία χωρίς να παραλείψεις στις περιγραφές σου τίποτα από
την ψυχολογία των ηρώων σου και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τα διηγήματα
της «Μελαγχολίας...» γράφονται επί πολλά χρόνια. Με είχαν στοιχειώσει.
…. Το «λάθος» στο διήγημα είναι θανατηφόρο. Το τινάζει στον αέρα».
Πρόσφατα δημοσιεύτηκε και το θεατρικό
του έργο «Μπλε μελαγχολία» σε συλλογική έκδοση με άλλους γνωστούς
συγγραφείς. Αναμένεται η έκδοση και άλλων μυθιστορημάτων που ο
συγγραφέας δεν έχει αποφασίσει να εκδώσει ακόμα.
Τρέφει αντιπάθεια προς τις συνεντεύξεις
και προς τον μη ελεγχόμενο προφορικό λόγο. Καθώς όμως μερικές φορές
αναγκάζεται να υποκύψει στον πειρασμό της δημοσιεύσιμης συνομιλίας
κάποιες από τις αγαπημένες του συνήθειες ή προτιμήσεις έχουν διαρρεύσει
στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Όπως, λόγου χάρη, ότι απολαμβάνει τη μουσική
του Νίνο Ρότα ή ότι θαυμάζει τη ζωγραφική του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.
Ότι του αρέσει το ουίσκι. Ότι είναι μανιώδης καπνιστής. Αγαπημένο του
χρώμα είναι το μπλε και αγαπημένη του ταινία το φελινικό «Και το πλοίο
φεύγει». Ότι φτιάχνει μόνος του σταφύλι γλυκό του κουταλιού...
O ίδιος παραδέχεται χαριτωμένα: «Εγώ
θα έλεγα πάλι ότι ήμουν τυχερός. Μέσα από τα τραγούδια γνώρισα
εξαιρετικούς ανθρώπους, κέρδισα χρήματα, χρήματα τόσα ώστε να ζω
αξιοπρεπώς για πάρα πολλά χρόνια και να αγοράζω πράγματα που με
ενδιέφεραν. Αυτή ήταν η ανταμοιβή μου. Τώρα, αν όλα αυτά τα πράγματα
είναι καταξίωση και όντως έκανα κάτι σημαντικό, τι να πω, φαίνεται ότι
πρέπει να υπάρχει κάπου μια αλήθεια σε όλες αυτές τις υπερβολές»
Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014
οι φίλοι που δίσταζαν να σου γυρίσουν την πλάτη
ΟΙ ΧΛΩΜΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Όλα τα ποιήματα είναι παυσίλυπα
κι ας μη το γνωρίζουν,δεν εννοώ μια Λούση Μπολ
για τους μελαγχολικούς,
σ'εκείνους συνιστώ ν'αφεθούν,
περίπατοι στη χειμερινή αμμουδιά και φαντασιώσεις,
ένα μπουκάλι ανάμεσα στα θαλασσόξυλα
-συνεχίστε
μόνοι παρακαλώ-
εννοώ το βράδυ
που κάθεται στο πληκτρολόγιο και,για δυο ώρες,
ξεχνάει τ'άστρα και τις σκοτούρες του,
ξεχνάει τα παραμύθια που επινόησε ενώ
τα παιδιά ζητούσαν την αλήθεια,
τους σκοτωμένους
απόνα
γιασεμί,
το χαίρε των ερώτων του,
ψέμματα,
δεν εννοώ μόνο το βράδυ,
είναι κι οι μεγάλες αποχωρήσεις
οι φίλοι που δίσταζαν να σου γυρίσουν την πλάτη,
αυτά σε κάνουν να ξεχνάς οι χλωμές λέξεις.
Όλα τα ποιήματα είναι παυσίλυπα
κι ας μη το γνωρίζουν,δεν εννοώ μια Λούση Μπολ
για τους μελαγχολικούς,
σ'εκείνους συνιστώ ν'αφεθούν,
περίπατοι στη χειμερινή αμμουδιά και φαντασιώσεις,
ένα μπουκάλι ανάμεσα στα θαλασσόξυλα
-συνεχίστε
μόνοι παρακαλώ-
εννοώ το βράδυ
που κάθεται στο πληκτρολόγιο και,για δυο ώρες,
ξεχνάει τ'άστρα και τις σκοτούρες του,
ξεχνάει τα παραμύθια που επινόησε ενώ
τα παιδιά ζητούσαν την αλήθεια,
τους σκοτωμένους
απόνα
γιασεμί,
το χαίρε των ερώτων του,
ψέμματα,
δεν εννοώ μόνο το βράδυ,
είναι κι οι μεγάλες αποχωρήσεις
οι φίλοι που δίσταζαν να σου γυρίσουν την πλάτη,
αυτά σε κάνουν να ξεχνάς οι χλωμές λέξεις.
Υγ. Μια απορία την είχα, γι' αυτό και τον ρώτησα:
"Η φιλοσοφική φράση είναι πάθημα ή χάριν "ωραίας" ποιήσεως;"
"Χάριν ποιήσεως"! η απάντηση.
Ευτυχώς! Αυτό έλειπε, να "μετράει" τους φίλους απ' τα λάικ!
ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΝ;
ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΝ;
Κάποτε η ζωή κλείνει αργά,σαν ένα βιβλίο κάποιου που
νυστάζει,
κι από μέσα πέφτουν ξερά λουλουδάκια,ό,τι σημάδευε
αγαπημένες σελίδες,
τότε όλα εξισώνονται
και μια άσπρη
πεταλούδα προσπαθεί να βγει απ'το κουκούλι της,
απομένουν τ'άστρα που δεν προλάβαμε να μετρήσουμε,
θα' ρθουν άλλοι να συνεχίσουν;
Κάποτε η ζωή κλείνει αργά,σαν ένα βιβλίο κάποιου που
νυστάζει,
κι από μέσα πέφτουν ξερά λουλουδάκια,ό,τι σημάδευε
αγαπημένες σελίδες,
τότε όλα εξισώνονται
και μια άσπρη
πεταλούδα προσπαθεί να βγει απ'το κουκούλι της,
απομένουν τ'άστρα που δεν προλάβαμε να μετρήσουμε,
θα' ρθουν άλλοι να συνεχίσουν;
῞Υστατος ὀβολὸς, Γιάννη Ρίτσου
Ο χρήστης O EΘNIKOΣ YMNOΣ THΣ EΛΛAΔOΣ κοινοποίησε τη φωτογραφία του χρήστη Ανθολογία.
7 ώρες ·
Λες και έχει γραφεί για το σήμερα...
-- ῞Υστατος ὀβολὸς, Γιάννη Ρίτσου --
Δύσκολες ὥρες, δύσκολες στὸν Τόπο μας... Κι αὐτός, ὁ περήφανος,
γυμνός, ἀνυπεράσπιστος, ἀνήμπορος, ἀφέθηκε νὰ τὸν βοηθήσουν...
῎Εγγραψαν ὑποθῆκες πάνω του· πῆραν δικαιώματα· ἀξιώνουν·
μιλᾶνε γιὰ λογαριασμό του· τοῦ ρυθμίζουν τὴν ἀνάσα, τὸ βῆμα·
τὸν ἐλεοῦν· τὸν ντύνουν μ᾿ ἄλλα ροῦχα, ξέχειλα, χαλαρωμένα·
τοῦ σφίγγουν μ᾿ ἕνα καραβόσκοινο τὴ μέση... ᾿Εκεῖνος
μέσα στὰ ξένα ροῦχα, οὔτε μιλὰει κι οὔτε πιὰ χαμογελάει,
μή καὶ φανῇ που ἀνάμεσα στὰ δόντια του κρατάει, ὥς καὶ τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου,
σφιχτά-σφιχτά, σὰν ὕστατο ὀβολό του - μόνο τώρα βιός του -
γυμνό, ἀστράπτοντα κι ἀνένδοτο: τὸ θ ά ν α τ ό του !
Δύσκολες ὥρες, δύσκολες στὸν Τόπο μας... Κι αὐτός, ὁ περήφανος,
γυμνός, ἀνυπεράσπιστος, ἀνήμπορος, ἀφέθηκε νὰ τὸν βοηθήσουν...
῎Εγγραψαν ὑποθῆκες πάνω του· πῆραν δικαιώματα· ἀξιώνουν·
μιλᾶνε γιὰ λογαριασμό του· τοῦ ρυθμίζουν τὴν ἀνάσα, τὸ βῆμα·
τὸν ἐλεοῦν· τὸν ντύνουν μ᾿ ἄλλα ροῦχα, ξέχειλα, χαλαρωμένα·
τοῦ σφίγγουν μ᾿ ἕνα καραβόσκοινο τὴ μέση... ᾿Εκεῖνος
μέσα στὰ ξένα ροῦχα, οὔτε μιλὰει κι οὔτε πιὰ χαμογελάει,
μή καὶ φανῇ που ἀνάμεσα στὰ δόντια του κρατάει, ὥς καὶ τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου,
σφιχτά-σφιχτά, σὰν ὕστατο ὀβολό του - μόνο τώρα βιός του -
γυμνό, ἀστράπτοντα κι ἀνένδοτο: τὸ θ ά ν α τ ό του !
(᾿Ανθ. Γ’, σ. 1248)
Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014
Γιώτα, (αστοριανή)
Γιώτα, (αστοριανή) δεν ξέρω τι γίνεται με την σελίδα σου!
Μόλις μπω, με πετάει έξω και με πάει σε free - blog!
Δεν ξέρω αν έχουν κι άλλοι τέτοιο πρόβλημα, πάντως, δεν είναι φυσιολογικό...
******
Γιώτα, πολλοί οι "κλέφτες"!!!
Μα, ποια είσαι, ρε (φιλικότατον), παιδί μου;!!!!
******
Paraskevi Malouxou
*****
Λαμπρινή, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!
Γιώτα, το νέο σου σύστημα, είναι τζίφος!
Μη σκας, όμως! Σε βρίσκουμε εμείς!
Μόλις μπω, με πετάει έξω και με πάει σε free - blog!
Δεν ξέρω αν έχουν κι άλλοι τέτοιο πρόβλημα, πάντως, δεν είναι φυσιολογικό...
******
Γιώτα, πολλοί οι "κλέφτες"!!!
Μα, ποια είσαι, ρε (φιλικότατον), παιδί μου;!!!!
******
αστοριανη..μετα κοπων και γρηγοράδας!! <3
Paraskevi Malouxou
Προς
εμένα
Σήμερα στις 1:31 π.μ.
ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ-ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΔΡΑΣ
(ανέκδοτο διήγημα, Ιούνιος 2004)
-Κύριε, κύριε, σας συμβαίνει κάτι; Μήπως θέλετε να φωνάξω για βοήθεια;
ρώτησε μ’ ενδιαφέρον από μια κάποια απόσταση ο μικρός Παναγιώτης τον ηλικιωμένο άνδρα που καθότανε λοξά στον πράσινο πάγκο.
Έδενε το σπάγκο του χαρταετού του στα σιδερένια κάγκελα του προστατευ προστατευτικού φράχτη της ακτής του ποταμού East. Ήταν κιόλας η πρώτη βδομάδα του Δεκέμβρη κι ο καιρός τους δώρισε απρόσμενα τρεις μέρες γεμάτες καλοκαίρι!
Ο ξένος άνδρας, με την χειρόπλεκτη καφέ ζακέτα, είχε τα χέρια σταυρωμένα στην αριστερή μεριά του στήθους, προσπαθώντας να ηρεμήσει την καρδιά του που χοροπηδούσε σαν κατσικάκι. Μια άσπρη βάρκα με γαλάζια πανιά, γλίστραγε στο βάθος αφήνοντας φουσκωμένα κύματα στο πλατύ στέρνο του ποταμού.
-Νόμισα ότι είναι καλή η ημέρα, σήμερα, για το χαρταετό μου, μα φυσάει αρκετά. Έχω συνηθίσει να έρχομαι κάθε απόγευμα, από το καλοκαίρι. Και σήμερα μοιάζει σαν καλοκαίρι! …σε δεκαπέντε μέρες θα έχουμε Χριστούγεννα! … Έμεινε ένα-δυο λεπτά σιωπηλός, και -Με ξέρεις, έτσι δεν είναι; Εγώ... σε ξέρω, και η θεία μου σας ξέρει…
Ακάθεκτος, ο μικρός Παναγιώτης. Έδεσε σ’ ένα μεγάλο φιόγκο το σκοινί του χαρταετού του, και άρχισε να πλησιάζει τον ηλικιωμένο κύριο. Εκείνα τα μεγάλα γαλάζια ματάκια του στόχευαν κατ’ ευθείαν στη καρδιά.
-Σε βλέπουμε κάμποσο καιρό να βολτάρεις πάνω-κάτω εδώ, στη γειτονιά μας, συνέχισε ο μικρός Παναγιωτάκης. Είσαι… κάπως αμίλητος... μα η θεία λέει πως δεν πρέπει να σε φοβάμαι αφού δεν παραμιλάς, όπως κάνουν μερικοί εδώ γύρω τα Σαββατοκύριακα, γι’ αυτό και δεν μ’ αφήνει μόνο μου, εδώ.
Ο μικρός, έκανε ακόμη δυο βήματα. -Να, γυρίστε το κεφάλι σας και κοιτάξτε εκεί πάνω. Την βλέπεις; Όταν δεν έχει κόσμο στην «ακτή», μένει ακουμπισμένη στο παράθυρο, για να με παρακολουθεί.
Ο μικρός, περήφανος που θυμόταν να μιλάει και στον «πληθυντικό», τον πλησίασε. Με όσους τους νόμιζε γνωστούς –άρα φίλους του!- προτιμούσε τον «ενικό».
-Ξέρεις; Σε είδαμε κάποια μέρα που έκλαιγες και προσπαθούσες να σκουπίσεις τα μάτια σου, για να μη σας δούμε. Η θεία μου λέει πως και οι μεγάλοι άνδρες κλαίνε, μα η δασκάλα μου, η Μίσες Αντωνία, μας λέει πως τα αγόρια είναι σαν τους μεγάλους άνδρες, και δεν πρέπει να κλαίνε ούτε μέσα στην αίθουσα, ούτε στην αυλή του σχολείου…
Ο μικρός Παναγιώτης είχε πλησιάσει το μοναδικό πράσινο παγκάκι στη λίγη άπλα της ποταμίσιας ακτής, όπου τελευταία καθόταν πιο συχνά ο άγνωστος άνδρας, και με την αθώα περιέργεια του τον περιεργαζόταν.
-Σίγουρα κάτι σας συμβαίνει. Ενώ με ακούτε, δεν μου απαντάτε... Δεν κάνει και πολύ ζέστη! … και σεις φαίνεστε κάπως ιδρωμένος...
θέλετε να φωνάξω τη θεία μου;
Ο άγνωστος, πήρε μια δυο βαθιές ανάσες. Σήκωσε το δεξί χέρι να σκουπίσει τις χοντρές στάλες ιδρώτα από το μέτωπο του, και μετά βίας ψέλλισε ένα “ευχαριστώ”.
Ο μικρός, ευχαριστημένος που πήρε τελικά μια απάντηση, κοίταξε την θεία του, της έκανε ένα νόημα με το χέρι και κάθισε στο λίγο κενό που υπήρχε στο παγκάκι. Θαρρετά, αυτοσυστήθηκε.
–Με λένε Πίτερ, Παναγιωτάκη, είπε. Μα, με σας, αφού δεν έχουμε μιλήσει, δεν ξέρουμε πως σας λένε
–Πίτερ, απάντησε, με δυσκολία, ο άγνωστος..
-Θέλεις να πεις πως έχουμε το ίδιο όνομα; Τότε, θα σε φωνάζω Μίστερ Πίτερ, και μπορείς να μ’ εμπιστεύεσαι, είπε καταχαρούμενος.Τώρα, μπορείς να μου πεις τί έπαθες; Μήπως θέλεις να σου φέρει λίγο νερό, η θεία μου; είναι καλή γυναίκα.
–Όχι, κάποια ζαλάδα μ’ έπιασε και δεν μπορούσα να ανασάνω. Τώρα είμαι καλύτερα. Οι λέξεις του άνδρα έβγαιναν με κόπο. Αλλά ο μικρός, λαλίστατος!
-Έτσι έπιασε και τον θείο μου, όταν εγώ ήμουν μικρός! Φοβήθηκε, και δεν ήθελε να το πει ούτε στη θεία μου, ούτε στη μαμά μου… Όμως, αφού δεν πήγε στο γιατρό αμέσως, μετά από λίγες μέρες, πάει, πέθανε!
Χαμογέλασε αδιόρατα, ο Μίστερ Πίτερ.
Γρήγορος ο κύκλος της ζωής του, τώρα πέρναγε από τα μισόκλειστα μάτια του.
… Πριν ενάμισι μήνα, είχε βρει ένα μικρό ημιυπόγειο στο τελευταίο απόμακρο σπίτι, κοντά στην καμπύλη του δρόμου και αποφάσισε να το νοικιάσει. Όχι βέβαια για την τιμή, διότι του «έπεφτε» λίγο ακριβό, μα άξιζε. Βλέπεις και η γειτονιά ήταν καλή και το κυριότερο ήταν κοντά στο ασίγαστο ποτάμι που μοσχομύριζε θαλασσόνερο. Ήταν ο περίφημος Ανατολικός Ποταμός, ο «Ηστ Ρίβερ» όπως τον έλεγαν συνήθως οι αλλοδαποί, με τα αμέτρητα γλαροπούλια και τις τολμηρές χρυσοπράσινες πάπιες.
Η παραπανίσια γοητεία του ποταμού ήταν τ’ ακατάπαυστα διπλά ρεύματα, το μισό να πηγαίνει και το άλλο μισό να έρχεται. Και τα δύο μαζί, ένα πλατύ υδάτινο σώμα που πολλές φορές παρατηρούσες με δέος τις ρουφήχτρες του, ιδίως στις ώρες του ξέφρενου βοριά.
Σαν αργοχυνόταν πέρα, στον Ατλαντικό Ωκεανό, αναδευόταν και στροβίλιζε την μυρωδιά του θαλασσόνερου κατά μήκος και πέρα από τις ακτές του.
Το ταραγμένο μυαλό του σπαρτάρισε σαν γοργοπέταξε μακριά, στις Σοφάδες. Τότε, που όταν ήταν μικρός, η μόνη γνώριμη «θάλασσα» που ήξερε, ήταν η απέραντη κοιλάδα της Θεσσαλίας. Άλλοτε σαν λικνιστή, χρυσόλουστη λίμνη των σιταριών, άλλοτε παρθένα νύφη με μια πελώρια, ολόλευκη αγκαλιά, γεμάτη από τα ανθισμένα βαμβάκια. Όσο για το χρώμα της θάλασσας, τότε, την ήξερε από τις ζωγραφιές των βιβλίων πως έμοιαζε ολόιδια στο χρώμα του ουρανού. Όσο αγαπούσε τον ουρανό που πότιζε και δρόσιζε τη Θεσσαλική πεδιάδα «του» άλλο τόσο αγαπούσε την άγνωστη, μαγεύτρα θάλασσα και καμιά δροσάτη καραγκούνα δεν παράβγαινε με την ομορφιά που είχε δημιουργήσει στο μυαλό του.
΄Ετσι, λοιπόν, όταν ένας καλός συγγενής του, που δούλευε στο Μπρέμενχάβεν της Γερμανίας, τον πήρε μαζί του “για ένα καλύτερο αύριο” εκείνος, αθεράπευτα γοητευμένος με το όνειρο της θάλασσας, φρόντισε και μπαρκάρισε μούτσος στο επιβατικό “ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ” που έκανε δρομολόγια Γερμανία-Αμερική.
Ο αιώνιος Οδυσσέας, μέσα του, θέριευε, ειδικά τις νύχτες που συνομιλούσε με τον άνεμο… κι αυτός, θαρρείς του ψιθύριζε ελκυστικές κι αλλόκοτες ιστορίες, στις ξάγρυπνες νύχτες των αστεριών.
Άλλη όμως η θάλασσα των σιταριών και των βαμβακιών, κι άλλη εκείνη που απλωνόταν, γραφική κι επικίνδυνη, γύρω στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης.
Αποφασισμένος, “τόσκασε” νύχτα και κρυβόταν για καιρό στα ψαράδικα της προκυμαίας.
Μισή απ’ τη ζωή του την σπατάλησε για να αποκτήσει την πολύτιμη κάρτα της παραμονής -για να μη τρέμει η ψυχή του σαν έβλεπε άνθρωπο να τον κοιτάζει δυο φορές ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε- και την άλλη μισή, για να μαζέψει λίγο χρήμα να βοηθήσει τη μοναδική αδερφή του να χτίσουν στο χωριό ένα σπιτικό με τον άντρα της.
Πέρασε όλα τα χρόνια του ονείρου, σαν φυλακισμένος δουλεύοντας έξι μέρες σ’ εργοστάσιο αυτοκινήτων
συσκευάζοντας χερούλια για πόρτες. Ίδιες ώρες, ίδιες κινήσεις, λες κ’ ήταν ανθρώπινο ρομπότ.
Μόνη του πολυτέλεια, ήταν να κατεβαίνει στο κατηφοράκι και να ονειροπολεί τις Κυριακές, λίγο πιο κάτω από την επιβλητική γέφυρα του Βερενζάνο. Που και που, τα βραδάκια, ψάρευε με το καλάμι, δίχως να κρατάει τα ψάρια που έπιανε, διότι θεωρούνται μολυσμένα. (Αυτά, χαζούλικα, έχοντας χάσει το δρόμο τους, ξεμάκραιναν απ’ τον απέραντο Ατλαντικό κι ακολουθούσαν το πλατύ ποτάμι, ανυποψίαστα ότι αυτό στο βάθος, πάλι θα συναντούσε τον ωκεανό τους.)
Με τις δύο συντάξεις του, μία την κανονική και μια του «γιουνίου» -όπως έλεγαν την Ένωση-,
είχε τώρα ένα σταθερό μηνιάτικο που θα μπορούσε να τον αποζημιώσει για τα μονότονα, σχεδόν φυλακισμένα χρόνια του, όταν θα γύριζε στη πατρίδα. Όμως, όταν του παρουσιάστηκε κάποια μικρή ενόχληση στο μυοκάρδιο, ήξερε πως έπρεπε να μείνει εδώ, που ήταν στα “καλά χέρια” των γιατρών, έστω κι αν δεν είχε κανέναν δικό του για να τον κοιτάξει.
Με την αγάπη, δεν τα κατάφερνε καλά, γι’ αυτό και δεν αποφάσισε ποτέ του να παντρευτεί. Μπορεί να ήταν και η τύχη του, ποιος ξέρει… Ίσως έτσι, να ήταν καλύτερα. Θεωρούσε πως είχε το κεφάλι του ήσυχο. Τόσοι φίλοι γύρω του, ήταν χωρισμένοι ή διπλο-παντρεμένοι. Αυτός, δεν ήταν γι’ αυτά, ή κάπως έτσι πίστευε. Αλλά τώρα είχε αρχίσει και φοβόταν. Εκείνο το σφίξιμο, εκείνες οι ταχυπαλμίες, γινόντουσαν όλο και πιο συχνές.
-Να πας στο γιατρό, ασφάλεια έχεις και καλή μάλιστα! του είχε πει ένας φίλος που δούλευαν μαζί.
Μπορεί να σ’ έχει πιάσει άγχος, ή … να στενοχωριέσαι που ...τώρα κάθεσαι. Περίμενε λίγο καιρό, τελειώνω, και μετά, θα τα λέμε μαζί.
Θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό που κατέβαινε σ’ αυτή την αποκλεισμένη γωνιά, δίπλα στο ποτάμι. Αγαπούσε τον Σεπτέμβρη που την είχε ντύσει χρυσόφυλλα από τα πλατάνια που φυτρώνουν και θεριεύουν κοντά στο νερό, μάλιστα ένας ήμερος, ξαπλωμένος κισσός, της ροδοκοκκίνιζε την «ποδιά» (όπως έλεγε την στενόμακρη λωρίδα) και τον φράχτη. Αν μπορούσε, θα έφερνε κρυφά κάμποσες πικροδάφνες και σπάρτα για να του θυμίζουν τον τόπο του, μα και να τα κατάφερνε να τα «περάσει», πάλι δεν θα μπορούσε να τα φυτέψει στην ακροποταμιά. Βλέπεις, δεν αντέχουν στον καυτερό χειμώνα με χιόνια και πάγους, και με το βοριά που σπαθίζει τα πάντα στο πέρασμά του. Η αλήθεια είναι πως και στις άλλες εποχές, τις πιο πολλές μέρες την χτύπαγε ο αγέρας, μα έλπιζε τα μελλοντικά καλοκαίρια του να ήταν πιο ξεκούραστα, πιο όμορφα.
-Αν θα ζω, μέχρι τότε, μουρμούρισε ζαλισμένος για καλά.
-Μίστερ Πίτερ, φαίνεσαι πολύ χάλια. Έχεις γίνει κάτασπρος! Ο μικρός σηκώθηκε κι έβαλε το χέρι στο στόμα σαν χωνί.
-Θείαααα, φώναξε με όλη του τη δύναμη, φέρε λίγο νερό! Έλα γρήγορα εδώ! Πήρε κι άλλη βαθιά ανάσα και φώναξε:
-Ο Μίστερ Πίτερ μοιάζει πως θα πέσει κάτω!
Έλα, έλα γρήγορα!
Η φωνή του μικρού ερχόταν στα αυτιά του Μίστερ Πίτερ, λες κι από μίλια μακριά. Η τεράστια γέφυρα άρχισε να γυρίζει σαν πελώρια σβούρα που νόμιζε πως θα έπεφτε πάνω στο κεφάλι του. Ο ουρανός γινόταν Θεσσαλική πεδιάδα και τα συννεφάκια φτερούγες μαλακές από ξασμένο βαμβάκι που τον σήκωναν ψηλά. Ενστικτωδώς, ξεκούμπωσε το γιακά του ποκάμισού του, και, βγάζοντας από την τσέπη της ζακέτας το πορτοφόλι, το έδωσε στον μικρό του συνονόματο.
-Δώστο στη θεία σου, είπε με δυσκολία κι έγειρε χωρίς πνοή πάνω στο πράσινο παγκάκι.
Όταν συνήλθε, μερικές ώρες αργότερα, κι είδε την ασπροντυμένη νοσοκόμα πλάι του, νόμισε πως ήταν στον άλλο κόσμο. Ενώ ο θολωμένος νους του αναζητούσε χαμογελαστούς αγγέλους με πουπουλένια φτερά να πετούν σ’ ένα φως υπέρκοσμο και να του γνέφουν με αγάπη, τα μάτια του καρφώθηκαν στο γελαστό προσωπάκι του μικρού Πίτερ. Αυθόρμητα άπλωσε το μουδιασμένο χέρι του και τρυφερά τ’ ακούμπησε στον ώμο του παιδιού.
–Σ’ ευχαριστώ πολύ, του είπε, με φωνή ευγνωμοσύνης.
Ο μικρός, γέλασε ευχαριστημένος.
-Σου το είπα, πως αν δεν πας στον γιατρό, θα πεθάνεις σαν τον θείο μου.
Γρήγορη και φανερά αυστηρή ακούστηκε η φωνή της θείας.
–Πίτερ, πρέπει να προσέχεις πως μιλάς σε ξένο άνθρωπο, ιδίως όταν είναι άρρωστος! είπε και πλησιάζοντας στο προσκέφαλο, έβαλε στοργικά το χέρι της στον ώμο του χλομού άνδρα.
–Μας φοβίσατε πολύ, μα όλα θα πάνε καλά, του είπε μ’ ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο.
Όμως, ποιος κρατούσε πίσω την γλώσσα του μικρού!
- Μίστερ Πίτερ, αυτή είναι η θεία μου, αυτή που σου έδειξα στο παράθυρο, θυμάσαι;
Το όνομά της είναι Μάρθα. Τώρα που εμείς σας σώσαμε την ζωή, θα είστε κάτω την προστασία μας.
Έτσι έκαναν και οι γονείς μου μ’ ένα τραυματισμένο γατάκι… το πήγαν στο γιατρό, το έκαναν καλά και τώρα το έχουμε εμείς.
Ξέρεις, την άλλη εβδομάδα, θα γυρίσουν οι γονείς μου από την Ελλάδα. Πήγαν να δουν την άλλη γιαγιά μου. Μα πρέπει να κάνουμε Χριστούγεννα εδώ!
Η θεία, προσπάθησε ν΄ αναχαιτίσει τον μικρό ανιψιό της, σκεπάζοντας με τη παλάμη της το στόμα του.
-Δεν θα του πεις όλη την ιστορία μας… άφησε τον κύριο Πίτερ να ηρεμήσει… Όταν τον αφήσουν οι γιατροί, θα γνωριστούμε καλύτερα…
-Θεία! Μπορούμε να τον καλέσουμε τα Χριστούγεννα στο τραπέζι μας; Αφού λείπει ο παππούς στην Ελλάδα, θα τον ντύσουμε Σάντα!!!
-Αχ! Πίτερ! …θα τα βρούμε… άσε να γίνει καλά ο κύριος… Μην τον στενοχωρείς!
Πλατύ και σίγουρο
το χαμόγελο του «Μίστερ Πίτερ», τώρα. Η θεία-Μάρθα χαμογελούσε σαν Παναγιά κι ο μικρός Πίτερ ήταν για αυτόν πρωτόγνωρη γλύκα.
Ανασηκώθηκε, με μια κρυφή ελπίδα μέσα του. Ο κόσμος του, δεν θα ήταν μοναχικός πλέον.
Το διαισθανόταν, το διάβαζε στα μάτια και των δύο.
-Αφήστε τον, δεν με στενοχωρεί, … είπε γελαστά.
(ανέκδοτο διήγημα, Ιούνιος 2004)
-Κύριε, κύριε, σας συμβαίνει κάτι; Μήπως θέλετε να φωνάξω για βοήθεια;
ρώτησε μ’ ενδιαφέρον από μια κάποια απόσταση ο μικρός Παναγιώτης τον ηλικιωμένο άνδρα που καθότανε λοξά στον πράσινο πάγκο.
Έδενε το σπάγκο του χαρταετού του στα σιδερένια κάγκελα του προστατευ προστατευτικού φράχτη της ακτής του ποταμού East. Ήταν κιόλας η πρώτη βδομάδα του Δεκέμβρη κι ο καιρός τους δώρισε απρόσμενα τρεις μέρες γεμάτες καλοκαίρι!
Ο ξένος άνδρας, με την χειρόπλεκτη καφέ ζακέτα, είχε τα χέρια σταυρωμένα στην αριστερή μεριά του στήθους, προσπαθώντας να ηρεμήσει την καρδιά του που χοροπηδούσε σαν κατσικάκι. Μια άσπρη βάρκα με γαλάζια πανιά, γλίστραγε στο βάθος αφήνοντας φουσκωμένα κύματα στο πλατύ στέρνο του ποταμού.
-Νόμισα ότι είναι καλή η ημέρα, σήμερα, για το χαρταετό μου, μα φυσάει αρκετά. Έχω συνηθίσει να έρχομαι κάθε απόγευμα, από το καλοκαίρι. Και σήμερα μοιάζει σαν καλοκαίρι! …σε δεκαπέντε μέρες θα έχουμε Χριστούγεννα! … Έμεινε ένα-δυο λεπτά σιωπηλός, και -Με ξέρεις, έτσι δεν είναι; Εγώ... σε ξέρω, και η θεία μου σας ξέρει…
Ακάθεκτος, ο μικρός Παναγιώτης. Έδεσε σ’ ένα μεγάλο φιόγκο το σκοινί του χαρταετού του, και άρχισε να πλησιάζει τον ηλικιωμένο κύριο. Εκείνα τα μεγάλα γαλάζια ματάκια του στόχευαν κατ’ ευθείαν στη καρδιά.
-Σε βλέπουμε κάμποσο καιρό να βολτάρεις πάνω-κάτω εδώ, στη γειτονιά μας, συνέχισε ο μικρός Παναγιωτάκης. Είσαι… κάπως αμίλητος... μα η θεία λέει πως δεν πρέπει να σε φοβάμαι αφού δεν παραμιλάς, όπως κάνουν μερικοί εδώ γύρω τα Σαββατοκύριακα, γι’ αυτό και δεν μ’ αφήνει μόνο μου, εδώ.
Ο μικρός, έκανε ακόμη δυο βήματα. -Να, γυρίστε το κεφάλι σας και κοιτάξτε εκεί πάνω. Την βλέπεις; Όταν δεν έχει κόσμο στην «ακτή», μένει ακουμπισμένη στο παράθυρο, για να με παρακολουθεί.
Ο μικρός, περήφανος που θυμόταν να μιλάει και στον «πληθυντικό», τον πλησίασε. Με όσους τους νόμιζε γνωστούς –άρα φίλους του!- προτιμούσε τον «ενικό».
-Ξέρεις; Σε είδαμε κάποια μέρα που έκλαιγες και προσπαθούσες να σκουπίσεις τα μάτια σου, για να μη σας δούμε. Η θεία μου λέει πως και οι μεγάλοι άνδρες κλαίνε, μα η δασκάλα μου, η Μίσες Αντωνία, μας λέει πως τα αγόρια είναι σαν τους μεγάλους άνδρες, και δεν πρέπει να κλαίνε ούτε μέσα στην αίθουσα, ούτε στην αυλή του σχολείου…
Ο μικρός Παναγιώτης είχε πλησιάσει το μοναδικό πράσινο παγκάκι στη λίγη άπλα της ποταμίσιας ακτής, όπου τελευταία καθόταν πιο συχνά ο άγνωστος άνδρας, και με την αθώα περιέργεια του τον περιεργαζόταν.
-Σίγουρα κάτι σας συμβαίνει. Ενώ με ακούτε, δεν μου απαντάτε... Δεν κάνει και πολύ ζέστη! … και σεις φαίνεστε κάπως ιδρωμένος...
θέλετε να φωνάξω τη θεία μου;
Ο άγνωστος, πήρε μια δυο βαθιές ανάσες. Σήκωσε το δεξί χέρι να σκουπίσει τις χοντρές στάλες ιδρώτα από το μέτωπο του, και μετά βίας ψέλλισε ένα “ευχαριστώ”.
Ο μικρός, ευχαριστημένος που πήρε τελικά μια απάντηση, κοίταξε την θεία του, της έκανε ένα νόημα με το χέρι και κάθισε στο λίγο κενό που υπήρχε στο παγκάκι. Θαρρετά, αυτοσυστήθηκε.
–Με λένε Πίτερ, Παναγιωτάκη, είπε. Μα, με σας, αφού δεν έχουμε μιλήσει, δεν ξέρουμε πως σας λένε
–Πίτερ, απάντησε, με δυσκολία, ο άγνωστος..
-Θέλεις να πεις πως έχουμε το ίδιο όνομα; Τότε, θα σε φωνάζω Μίστερ Πίτερ, και μπορείς να μ’ εμπιστεύεσαι, είπε καταχαρούμενος.Τώρα, μπορείς να μου πεις τί έπαθες; Μήπως θέλεις να σου φέρει λίγο νερό, η θεία μου; είναι καλή γυναίκα.
–Όχι, κάποια ζαλάδα μ’ έπιασε και δεν μπορούσα να ανασάνω. Τώρα είμαι καλύτερα. Οι λέξεις του άνδρα έβγαιναν με κόπο. Αλλά ο μικρός, λαλίστατος!
-Έτσι έπιασε και τον θείο μου, όταν εγώ ήμουν μικρός! Φοβήθηκε, και δεν ήθελε να το πει ούτε στη θεία μου, ούτε στη μαμά μου… Όμως, αφού δεν πήγε στο γιατρό αμέσως, μετά από λίγες μέρες, πάει, πέθανε!
Χαμογέλασε αδιόρατα, ο Μίστερ Πίτερ.
Γρήγορος ο κύκλος της ζωής του, τώρα πέρναγε από τα μισόκλειστα μάτια του.
… Πριν ενάμισι μήνα, είχε βρει ένα μικρό ημιυπόγειο στο τελευταίο απόμακρο σπίτι, κοντά στην καμπύλη του δρόμου και αποφάσισε να το νοικιάσει. Όχι βέβαια για την τιμή, διότι του «έπεφτε» λίγο ακριβό, μα άξιζε. Βλέπεις και η γειτονιά ήταν καλή και το κυριότερο ήταν κοντά στο ασίγαστο ποτάμι που μοσχομύριζε θαλασσόνερο. Ήταν ο περίφημος Ανατολικός Ποταμός, ο «Ηστ Ρίβερ» όπως τον έλεγαν συνήθως οι αλλοδαποί, με τα αμέτρητα γλαροπούλια και τις τολμηρές χρυσοπράσινες πάπιες.
Η παραπανίσια γοητεία του ποταμού ήταν τ’ ακατάπαυστα διπλά ρεύματα, το μισό να πηγαίνει και το άλλο μισό να έρχεται. Και τα δύο μαζί, ένα πλατύ υδάτινο σώμα που πολλές φορές παρατηρούσες με δέος τις ρουφήχτρες του, ιδίως στις ώρες του ξέφρενου βοριά.
Σαν αργοχυνόταν πέρα, στον Ατλαντικό Ωκεανό, αναδευόταν και στροβίλιζε την μυρωδιά του θαλασσόνερου κατά μήκος και πέρα από τις ακτές του.
Το ταραγμένο μυαλό του σπαρτάρισε σαν γοργοπέταξε μακριά, στις Σοφάδες. Τότε, που όταν ήταν μικρός, η μόνη γνώριμη «θάλασσα» που ήξερε, ήταν η απέραντη κοιλάδα της Θεσσαλίας. Άλλοτε σαν λικνιστή, χρυσόλουστη λίμνη των σιταριών, άλλοτε παρθένα νύφη με μια πελώρια, ολόλευκη αγκαλιά, γεμάτη από τα ανθισμένα βαμβάκια. Όσο για το χρώμα της θάλασσας, τότε, την ήξερε από τις ζωγραφιές των βιβλίων πως έμοιαζε ολόιδια στο χρώμα του ουρανού. Όσο αγαπούσε τον ουρανό που πότιζε και δρόσιζε τη Θεσσαλική πεδιάδα «του» άλλο τόσο αγαπούσε την άγνωστη, μαγεύτρα θάλασσα και καμιά δροσάτη καραγκούνα δεν παράβγαινε με την ομορφιά που είχε δημιουργήσει στο μυαλό του.
΄Ετσι, λοιπόν, όταν ένας καλός συγγενής του, που δούλευε στο Μπρέμενχάβεν της Γερμανίας, τον πήρε μαζί του “για ένα καλύτερο αύριο” εκείνος, αθεράπευτα γοητευμένος με το όνειρο της θάλασσας, φρόντισε και μπαρκάρισε μούτσος στο επιβατικό “ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ” που έκανε δρομολόγια Γερμανία-Αμερική.
Ο αιώνιος Οδυσσέας, μέσα του, θέριευε, ειδικά τις νύχτες που συνομιλούσε με τον άνεμο… κι αυτός, θαρρείς του ψιθύριζε ελκυστικές κι αλλόκοτες ιστορίες, στις ξάγρυπνες νύχτες των αστεριών.
Άλλη όμως η θάλασσα των σιταριών και των βαμβακιών, κι άλλη εκείνη που απλωνόταν, γραφική κι επικίνδυνη, γύρω στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης.
Αποφασισμένος, “τόσκασε” νύχτα και κρυβόταν για καιρό στα ψαράδικα της προκυμαίας.
Μισή απ’ τη ζωή του την σπατάλησε για να αποκτήσει την πολύτιμη κάρτα της παραμονής -για να μη τρέμει η ψυχή του σαν έβλεπε άνθρωπο να τον κοιτάζει δυο φορές ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε- και την άλλη μισή, για να μαζέψει λίγο χρήμα να βοηθήσει τη μοναδική αδερφή του να χτίσουν στο χωριό ένα σπιτικό με τον άντρα της.
Πέρασε όλα τα χρόνια του ονείρου, σαν φυλακισμένος δουλεύοντας έξι μέρες σ’ εργοστάσιο αυτοκινήτων
συσκευάζοντας χερούλια για πόρτες. Ίδιες ώρες, ίδιες κινήσεις, λες κ’ ήταν ανθρώπινο ρομπότ.
Μόνη του πολυτέλεια, ήταν να κατεβαίνει στο κατηφοράκι και να ονειροπολεί τις Κυριακές, λίγο πιο κάτω από την επιβλητική γέφυρα του Βερενζάνο. Που και που, τα βραδάκια, ψάρευε με το καλάμι, δίχως να κρατάει τα ψάρια που έπιανε, διότι θεωρούνται μολυσμένα. (Αυτά, χαζούλικα, έχοντας χάσει το δρόμο τους, ξεμάκραιναν απ’ τον απέραντο Ατλαντικό κι ακολουθούσαν το πλατύ ποτάμι, ανυποψίαστα ότι αυτό στο βάθος, πάλι θα συναντούσε τον ωκεανό τους.)
Με τις δύο συντάξεις του, μία την κανονική και μια του «γιουνίου» -όπως έλεγαν την Ένωση-,
είχε τώρα ένα σταθερό μηνιάτικο που θα μπορούσε να τον αποζημιώσει για τα μονότονα, σχεδόν φυλακισμένα χρόνια του, όταν θα γύριζε στη πατρίδα. Όμως, όταν του παρουσιάστηκε κάποια μικρή ενόχληση στο μυοκάρδιο, ήξερε πως έπρεπε να μείνει εδώ, που ήταν στα “καλά χέρια” των γιατρών, έστω κι αν δεν είχε κανέναν δικό του για να τον κοιτάξει.
Με την αγάπη, δεν τα κατάφερνε καλά, γι’ αυτό και δεν αποφάσισε ποτέ του να παντρευτεί. Μπορεί να ήταν και η τύχη του, ποιος ξέρει… Ίσως έτσι, να ήταν καλύτερα. Θεωρούσε πως είχε το κεφάλι του ήσυχο. Τόσοι φίλοι γύρω του, ήταν χωρισμένοι ή διπλο-παντρεμένοι. Αυτός, δεν ήταν γι’ αυτά, ή κάπως έτσι πίστευε. Αλλά τώρα είχε αρχίσει και φοβόταν. Εκείνο το σφίξιμο, εκείνες οι ταχυπαλμίες, γινόντουσαν όλο και πιο συχνές.
-Να πας στο γιατρό, ασφάλεια έχεις και καλή μάλιστα! του είχε πει ένας φίλος που δούλευαν μαζί.
Μπορεί να σ’ έχει πιάσει άγχος, ή … να στενοχωριέσαι που ...τώρα κάθεσαι. Περίμενε λίγο καιρό, τελειώνω, και μετά, θα τα λέμε μαζί.
Θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό που κατέβαινε σ’ αυτή την αποκλεισμένη γωνιά, δίπλα στο ποτάμι. Αγαπούσε τον Σεπτέμβρη που την είχε ντύσει χρυσόφυλλα από τα πλατάνια που φυτρώνουν και θεριεύουν κοντά στο νερό, μάλιστα ένας ήμερος, ξαπλωμένος κισσός, της ροδοκοκκίνιζε την «ποδιά» (όπως έλεγε την στενόμακρη λωρίδα) και τον φράχτη. Αν μπορούσε, θα έφερνε κρυφά κάμποσες πικροδάφνες και σπάρτα για να του θυμίζουν τον τόπο του, μα και να τα κατάφερνε να τα «περάσει», πάλι δεν θα μπορούσε να τα φυτέψει στην ακροποταμιά. Βλέπεις, δεν αντέχουν στον καυτερό χειμώνα με χιόνια και πάγους, και με το βοριά που σπαθίζει τα πάντα στο πέρασμά του. Η αλήθεια είναι πως και στις άλλες εποχές, τις πιο πολλές μέρες την χτύπαγε ο αγέρας, μα έλπιζε τα μελλοντικά καλοκαίρια του να ήταν πιο ξεκούραστα, πιο όμορφα.
-Αν θα ζω, μέχρι τότε, μουρμούρισε ζαλισμένος για καλά.
-Μίστερ Πίτερ, φαίνεσαι πολύ χάλια. Έχεις γίνει κάτασπρος! Ο μικρός σηκώθηκε κι έβαλε το χέρι στο στόμα σαν χωνί.
-Θείαααα, φώναξε με όλη του τη δύναμη, φέρε λίγο νερό! Έλα γρήγορα εδώ! Πήρε κι άλλη βαθιά ανάσα και φώναξε:
-Ο Μίστερ Πίτερ μοιάζει πως θα πέσει κάτω!
Έλα, έλα γρήγορα!
Η φωνή του μικρού ερχόταν στα αυτιά του Μίστερ Πίτερ, λες κι από μίλια μακριά. Η τεράστια γέφυρα άρχισε να γυρίζει σαν πελώρια σβούρα που νόμιζε πως θα έπεφτε πάνω στο κεφάλι του. Ο ουρανός γινόταν Θεσσαλική πεδιάδα και τα συννεφάκια φτερούγες μαλακές από ξασμένο βαμβάκι που τον σήκωναν ψηλά. Ενστικτωδώς, ξεκούμπωσε το γιακά του ποκάμισού του, και, βγάζοντας από την τσέπη της ζακέτας το πορτοφόλι, το έδωσε στον μικρό του συνονόματο.
-Δώστο στη θεία σου, είπε με δυσκολία κι έγειρε χωρίς πνοή πάνω στο πράσινο παγκάκι.
Όταν συνήλθε, μερικές ώρες αργότερα, κι είδε την ασπροντυμένη νοσοκόμα πλάι του, νόμισε πως ήταν στον άλλο κόσμο. Ενώ ο θολωμένος νους του αναζητούσε χαμογελαστούς αγγέλους με πουπουλένια φτερά να πετούν σ’ ένα φως υπέρκοσμο και να του γνέφουν με αγάπη, τα μάτια του καρφώθηκαν στο γελαστό προσωπάκι του μικρού Πίτερ. Αυθόρμητα άπλωσε το μουδιασμένο χέρι του και τρυφερά τ’ ακούμπησε στον ώμο του παιδιού.
–Σ’ ευχαριστώ πολύ, του είπε, με φωνή ευγνωμοσύνης.
Ο μικρός, γέλασε ευχαριστημένος.
-Σου το είπα, πως αν δεν πας στον γιατρό, θα πεθάνεις σαν τον θείο μου.
Γρήγορη και φανερά αυστηρή ακούστηκε η φωνή της θείας.
–Πίτερ, πρέπει να προσέχεις πως μιλάς σε ξένο άνθρωπο, ιδίως όταν είναι άρρωστος! είπε και πλησιάζοντας στο προσκέφαλο, έβαλε στοργικά το χέρι της στον ώμο του χλομού άνδρα.
–Μας φοβίσατε πολύ, μα όλα θα πάνε καλά, του είπε μ’ ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο.
Όμως, ποιος κρατούσε πίσω την γλώσσα του μικρού!
- Μίστερ Πίτερ, αυτή είναι η θεία μου, αυτή που σου έδειξα στο παράθυρο, θυμάσαι;
Το όνομά της είναι Μάρθα. Τώρα που εμείς σας σώσαμε την ζωή, θα είστε κάτω την προστασία μας.
Έτσι έκαναν και οι γονείς μου μ’ ένα τραυματισμένο γατάκι… το πήγαν στο γιατρό, το έκαναν καλά και τώρα το έχουμε εμείς.
Ξέρεις, την άλλη εβδομάδα, θα γυρίσουν οι γονείς μου από την Ελλάδα. Πήγαν να δουν την άλλη γιαγιά μου. Μα πρέπει να κάνουμε Χριστούγεννα εδώ!
Η θεία, προσπάθησε ν΄ αναχαιτίσει τον μικρό ανιψιό της, σκεπάζοντας με τη παλάμη της το στόμα του.
-Δεν θα του πεις όλη την ιστορία μας… άφησε τον κύριο Πίτερ να ηρεμήσει… Όταν τον αφήσουν οι γιατροί, θα γνωριστούμε καλύτερα…
-Θεία! Μπορούμε να τον καλέσουμε τα Χριστούγεννα στο τραπέζι μας; Αφού λείπει ο παππούς στην Ελλάδα, θα τον ντύσουμε Σάντα!!!
-Αχ! Πίτερ! …θα τα βρούμε… άσε να γίνει καλά ο κύριος… Μην τον στενοχωρείς!
Πλατύ και σίγουρο
το χαμόγελο του «Μίστερ Πίτερ», τώρα. Η θεία-Μάρθα χαμογελούσε σαν Παναγιά κι ο μικρός Πίτερ ήταν για αυτόν πρωτόγνωρη γλύκα.
Ανασηκώθηκε, με μια κρυφή ελπίδα μέσα του. Ο κόσμος του, δεν θα ήταν μοναχικός πλέον.
Το διαισθανόταν, το διάβαζε στα μάτια και των δύο.
-Αφήστε τον, δεν με στενοχωρεί, … είπε γελαστά.
Απλώς, είναι ένας μικρός μεγάλος άνδρας...
*****************************************
Αγαπημένοι μου,
μετά τις τόσες ταλαιπωρίες -που δεν τέλειωσαν-
με το νέο σύστημα στο κομπιούτερ...
σκέφτηκα να σας βάλω ένα διήγημά μου, για ... αλλαγή!
Χίλιες ΕΥΧΕΣ σε όλους όσους γιορτάζουν,
κουράγιο σε κείνους που έχασαν αγαπημένο πρόσωπο που μας πόνεσε ιδιαίτερα,
Φιλιά κι Αγάπη στα παιδιά,
όλα τα παιδιά,
και με την σκέψη μου σε όλους σας,
προσωρινά σας αφήνω.
Πάντα με την αγάπη,
Υιώτα
*****************************************
Αγαπημένοι μου,
μετά τις τόσες ταλαιπωρίες -που δεν τέλειωσαν-
με το νέο σύστημα στο κομπιούτερ...
σκέφτηκα να σας βάλω ένα διήγημά μου, για ... αλλαγή!
Χίλιες ΕΥΧΕΣ σε όλους όσους γιορτάζουν,
κουράγιο σε κείνους που έχασαν αγαπημένο πρόσωπο που μας πόνεσε ιδιαίτερα,
Φιλιά κι Αγάπη στα παιδιά,
όλα τα παιδιά,
και με την σκέψη μου σε όλους σας,
προσωρινά σας αφήνω.
Πάντα με την αγάπη,
Υιώτα
*****
Λαμπρινή, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!
Γιώτα, το νέο σου σύστημα, είναι τζίφος!
Μη σκας, όμως! Σε βρίσκουμε εμείς!
Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






































